Νικόπολις - Γαράσαρη - Sebinkarahisar - Susehri.

Σας κάνουν ..κλικ; Καλώς ήρθατε!

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Η γεωγραφική σύστασις και η ιστορία της αρχαίας Κολωνείας


Η γεωγραφική σύστασις της περιοχής είναι ορεινή, ύψους 1.600 μέτρων, με χιονοπτώσεις από Οκτωβρίου μέχρις Απριλίου. Έχει πυκνήν χλωρίδα, είναι δασώδης και με αποτόμους φάραγγας και κρημνούς.
   Διά τούτο, όταν εκινήθη ο Πομπήιος εναντίον του Μιθριδάτου, ούτος κατέφυγεν εις την περιοχήν αυτήν της εσχατιάς του βασιλείου του, πλησίον του Ευφράτου, εις όρον εύυδρον, του οποίου εδέσποζε φρούριον.
   Εκεί πολιορκηθείς, μόλις κατώρθωσε να διαφύγη εις την Κολχίδα, ηττηθείς κατά κράτος. Η ύπαρξις εβδομήκοντα πέντε οχυρών εις την περιοχήν αυτήν ή μάλλον θησαυροφυλακίων – καταφυγίων εναντίον επιδρομών, παρέχει το ενδόσιμον ότι ταύτα δεν είχον σχέσιν από απόψεως κατασκευής προς τας περί οχυρωματικής αντιλήψεις των Ρωμαίων, διά τούτο και τα κατηδάφισαν ούτοι, αλλά και δι’ ένα ακόμη λόγον, διά να στερήσουν των ερεισμάτων του τον εχθρόν, εις μίαν πιθανήν μελλοντικήν εκστρατείαν προς ανάκτησιν των απολεσθέντων εδαφών του. Ουχ ήττον επωφελούμενοι των εξαιρέτων φυσικών πλεονεκτημάτων της θέσεως του φρουρίου οι Ρωμαίοι κατακτηταί έκτισαν επ’ αυτής νέον φρούριον, το φρούριον της Κολωνείας, εις απόστασιν δε εξ μόλις χιλιομέτρων απ’ αυτής οικισμόν οχυρόν, υπό την ελληνικήν επωνυμίαν Νικόπολις, εις διαιώνισιν της νίκης των, λόγω του κρατούντος εκεί ελληνικού στοιχείου και τον επώκισαν με τους τραυματίας και τους μη μαχίμους πλέον άνδρας του εκστρατευτικού των σώματος και άλλους περιοίκους. Εξ άλλου η Κολωνεία ούσαν απομεμακρυσμένη της κοιλάδος του Λύκου δεν ήτο δυνατόν να αποτελή έρεισμα δι’ αυτήν, διά τούτο και την περιετείχισαν διά να αποκρούη τους επιδρομείς, τα δε τείχη ταύτα καταπεσόντα λόγω θεομηνιών και της παρόδου του χρόνου, επεσκεύασε και αποκατέστησεν ο Ιουστινιανός.

   Η ως άνω εξήγησις διευκολύνει και την εξεύρεσιν λύσεως εις την διπλήν ονομασίαν της εκκλησιαστικής ταύτης επαρχίας, εμφανιζομένης άλλοτε μεν, ως συμβαίνει με τας επιστολάς του Μ. Βασιλείου, της Κολωνείας ως εχούσης μητέρα την Νικόπολιν και άλλοτε της Κολωνείας ως επισκοπής, αρχιεπισκοπής και μητροπόλεως και τέλος εις τους κάτω χρόνους της επισκοπής Νικοπόλεως υπό την μητρόπολιν Νεοκαισαρείας με έδραν την Κολωνείαν, μετά δε την ανασύστασιν, διά λόγους συμπτωματικούς, της μητροπόλεως Κολωνείας, αντί της ανυψώσεως της επισκοπής Νικοπόλεως εις μητρόπολιν, εξακολουθουμένης της χρήσεως του τίτλου Νικοπόλεως ομού μετά του της Κολωνείας – παρά τα κανονικώς διατεταγμένα – υπό των χριστιανών της επαρχίας, ως Νικοπόλεως – Κολωνείας. Ούτοι, κατοικούντες εις την επί των υπωρειών του βράχου του φρουρίου της Κολωνείας (Σεμπίν-Καράχισαρ) κτισθείσαν Νικόπολιν των νεωτέρων χρόνων, εθεώρουν εαυτούς απογόνους των Νικοπολιτών, εις τρόπον ώστε ακόμη και μετά την ανταλλαγήν των πληθυσμών, την γενομένην το 1924, να συνεχίσουν, γράφοντες περί της επαρχίας των, να κάμνουν χρήσιν του τίτλου Νικοπόλεως – Κολωνείας, προτάσσοντες ενίοτε το Νικοπόλεως του κανονικού Κολωνείας.

   Επειδή αφ’ ενός μεν κατέστη δυνατός ο ακριβής καθορισμός της θέσεως των δύο κεχωρισμένων τοπικώς ως άνω πόλεων, αφ’ ετέρου δε είναι γεγονός ότι η εκκλησιαστική επαρχία, μετά τας επελθούσας περιστατικάς μετά τον ΙΑ΄ αιώνα μεταβολάς, απετέλεσεν εν διοικητικόν σύνολον, συνεχισθέν και κατά τους κάτω χρόνους, σεβόμενοι την παράδοσιν, την επικρατούσαν παρά τω λαώ του Θεού, του καταγομένου εξ αυτής, θα χρησιμοποιήσωμεν και τα δύο διαληφθείσας ονομασίας με την ελπίδα και βεβαιότητα ότι ουδόλως αφιστάμεθα της επιστημονικής ακριβείας και τούτο κατ’ άκραν επιείκειαν, ως προσκρούον οπωσδήποτε εις την κανονικήν ακρίβειαν επί της οποίας τον λόγον έχει μόνον η διοικούσα Εκκλησία.

   Μετά την ήτταν και έξωσιν του Μιθριδάτου, η διοίκησις της Μικράς Αρμενίας ανετέθη υπό του Πομπηίου εις τον βασιλέα της Καππαδοκίας Αρχέλαον. Ακολούθως ο Νέρων έδωσε την περιοχήν εις τον Αριστόβουλον, εγγονόν του Μεγάλου Ηρώδου, διά να επιστραφή μετά τον θάνατόν του και πάλιν εις τους Ρωμαίους, οι οποίοι και την ανύψωσαν εις χωριστήν Επαρχίαν. Εις μεταγενεστέραν περίοδον την ευρίσκομεν να παρεισδύη εις τα σύνορα της Καππαδοκίας, εις τρόπον ώστε κατά την εποχήν του Πτολεμαίου η Μελιτινή και η Αραβινή, καθώς και αρκετόν τμήμα της Καταονίας να περιληφθώσιν εντός των ορίων της. Υπό τους αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας την ευρίσκομεν διηρημένην εις δύο τμήματα, υπό την επωνυμίαν Πρώτη και Δευτέρα Αρμενία αντιστοίχως, της μιας τελούσης υπό Υπατικόν (Consularis) της δ’ ετέρας υπό Ηγεμόνα (Dux).

   Ο γράφων στηρίζεται εις την παράδοσιν αιώνων ολοκλήρων του λαού του Πόντου, ο οποίος ηγίασε τας δύο πόλεις με την ακλόνητον πίστιν του εις τον Θεόν, την τιμήν της Θεοτόκου του Καγιά-Ντιμπή, των Αγίων Τεσσαράκοντα πέντε Μαρτύρων και των λοιπών αγίων της κοιλάδος του Λύκου, ο οποίος διέρχεται εις απόστασιν εξ μόλις χιλιομέτρων από της πόλεως των αγίων, οι οποίοι εκλέησαν τον τόπον και εδόξασαν την Εκκλησίαν του Χριστού. Πολύ πέραν τοποθεσιών και γεωγραφικών ορίων παραμένουν πάντοτε αι πνευματικαί καταβολαί και εγώ αυτάς θα έχω αντικείμενόν μου εν τοις εφ’ εξής.

   Επιβάλλεται εν τούτοις να καθορισθή η γεωγραφική θέσις της Κολωνείας, η οποία έχει ως εξής:
   Ανατολικόν γεωγραφικόν μήκος 36,6΄ και Βόρειον γεωγραφικόν πλάτος 40,40΄.
   Τα βορειοανατολικά και βορειοδυτικά σύνορα της επαρχίας ορίζονται από τα Ποντικά όρη κι σχηματίζουν εν ευρύτατον λεκανοπέδιον το οποίον καλύπτεται εις όλην του σχεδόν την έκτασιν από πλουσίαν βλάστησιν. Αύτη είναι εντεταγμένη νυν εις το κέντρον του νομού Κερασούντος και επεκτείνεται προς νότον προς τον νομόν Έρζιντζαν (Κελτζινής), νοτιοανατολικώς προς τους νομούς Σίβας (Σεβαστείας) και Όρντου (Κοτυώρων) και προς ανατολάς προς τους νομούς Γιουμουσχανέ (Αργυρουπόλεως) και Τραπεζούντος.
   Το κλίμα της περιοχής είναι ξηρόν και υγιεινόν, με βροχοπτώσεις την άνοιξιν και το φθινόπωρον, αι οποίαι φθάνουν τα 750 χιλιοστά κατ’ έτος.

   Αύτη έχει τα πλουσιώτερα όρη της Ανατολής, επιθυμώ δε εδώ να αναφέρω ολίγα, όπως λ.χ. το υψηλότερον Καραγκιόλ (Μαύρη Λίμνη) βορειοδυτικώς της πόλεως, ύψους 3.095 μέτρων, το οποίον λαμβάνει την ονομασίαν του από την λίμνην, η οποία ευρίσκεται εις την περιοχήν Κιρκλάρτεπεση (Σαραντάλοφος). Τα οροπέδια Αρσλάνγιουρτ και Γεντίγκιοζ, ευρίσκονται εις την περιοχήν αυτήν, η οποία αποτελεί σύνορον μεταξύ Νικοπόλεως και Νεοκαισαρείας. Ακολουθεί το όρος Τοτάκ της Νικοπόλεως ύψους 2.544 μέτρων και το Σαρή Τσιτσέκ, τα οποία απαρτίζουν μία οροσειράν περίφημον δια τα πλούσια δάση και νερά της.
   Επίσης εις την περιοχήν Τζανίκ (των Τζάνων), βορειοανατολικώς της πόλεως, προβάλλουν τα Ποντικά όρη ή του Περιάνδρου, τα όρη Μπαχάρ και Εγρή Μπελ, καθώς και το παρά τον Λύκον ποταμόν όρος Μεστζίτ ύψους 3.250 μέτρων και τέλος το εις την περιοχήν Μελανθίας (Melet) ευρισκόμενον ομώνυμον όρος (Μελέτ) ύψους 1.348. Και αυτά μεν όσον αφορά εις τα περίφημα όρη του Πόντου.

   Τα δάση της περιοχής καλύπτουν έκτασιν 21.650 εκταρίων, περιλαμβάνοντα δέκα χωρία των οποίων οι κάτοικοι αποζούν από την ξυλείαν πεύκης, ελάτης, λεύκης κλπ και τα οπωρικά, όπως λ.χ. μήλα, αχλάδια, κάρυα, συκάμινα κλπ.
   Η Κολώνεια με την περιοχήν της είναι ονομαστή δια τα κρυστάλλινα νερά της και μόνη η κωμόπολις της Ταμζάρας διαθέτει 24 πηγάς.
   Κυριώτεροι ποταμοί της περιοχής είναι ο Κελκήτ. Ούτος συμβάλλεται εις απόστασιν 3 χλμ. Παρά το χωρίον Τονούκ με τον Λύκον καθώς και δύο παραποτάμους οι οποίοι πηγάζουν από το όρος Σαρή Τσιτσέκ και διαρρέουν το Σούσεχρη, το Κοϊλάχισαρ και το Ρεσαντιέ, όπου εισρέουν εις τον ποταμόν Ίριδα (Γεσίλ Ιρμάκ) έχοντα τας εκβολάς του παρά το Τσαρσαμπά, εις τον Εύξεινον Πόντον. Άλλος ποταμός εις το τμήμα Μελανθίας, Μελέτ ή Μεσουντιέ, είναι ο Μελέτ Ιρμαγί (Μελάνθιος) ο οποίος εκβάλλει εις την αυτήν θαλασσίαν περιοχήν, ανατολικώς των Κοτυώρων (Όρντου). Τέλος υπάρχουν οι παραπόταμοι Χαϊράν-Σου, Ιλίμ-Σου, Ντερέκιοϊ-Σου, Σαϊντερε, Ασαρτζούκ και Ταμζάρα.

   Αλλά η επαρχία είναι πλουσιωτάτη και εις μέταλλα. Η μετονομασία της Κολωνείας εις Σεμπίν Καραχισάρ της εδόθη από τα πέριξ αυτής κείμενα μεταλλεία και ούτω προσετέθη εις την αρχήν του μεταγλωττισμένου εις Καράχισαρ Μαυροκάστρου των Βυζαντινών και η λέξις Σεμπίν = τουρκιστί στυπτηρία. Ο Εδουάρδος Γίββων, εις την ιστορίαν του, γράφει ότι: «η από του Ευφράτου έως την Κωνσταντινούπολιν και από του Ευξείνου έως τα ενδότερα της Συρίας περιοχή, έκλειεν εις τους κόλπους αυτής άργυρον και σίδηρον, στυπτηρίαν και χαλκόν». Ο τελευταίος τροφοδοτεί την παγκόσμιον αγοράν ως χαλκός της Αργανής (Ergani) όπως ο σίδηρος της Τεφρικής (Divrigi) τροφοδοτεί τα σύγχρονα χαλυβουργεία της Τουρκίας, όπως είναι του Ζόγκουλντακ και των Αδάνων.

   Ωσαύτως κατά περιοχάς υπάρχουν τα ακόλουθα μέταλλα:

1.Στυπτηρία εις τα χωρία Κεϋλί, Ταμζάρα, Γκιοϊνούκ, Κατωχώρ και Γκιοζερέ.

2.Μόλυβδος εις τα χωρία Σουμπάκ και Ασαρτζούκ της περιοχής Ούτς-Κιοπρού (τρείς γέφυρες), Ναϊπλί και Σισόρτα. Επίσης εις τα χωρία της Υποδιοικήσεως Κοϊλού Χισάρ και εις το χωρίον Γκεμίν της Υποδιοικήσεως Σούσεχρι ευρίσκονται ορυχεία αργύρου και μολύβδου, με αναλογίαν περιεκτικότητος εις χρυσόν 3-5%.

3.Γαιάνθραξ (λιγνίτης). Εξορύσσεται εις τα χωρία Καράκιοϊ και Ορντούτ όπου απαντά και αρσενικόν (ζιρνίκ). Καλλιτέρας ποιότητος λιγνίτης απαντά μεταξύ Αλουτζάρας και Σεμπίν Καραχισάρ, εις το χωρίον Γκιτζόρα.

4.Σίδηρος. Εις τα χωρία Εσκιουνέ της Αλουτζάρας και Γκεγκετσί, του Μεσουντιέ.

5.Χαλκός εις το χωρίον Μαντέν της Υποδιοικήσεως Μεσουντιέ.

6.Θείον. Υπάρχει εις τα χωρία Ακτσά, Αγήλ και Μπαχαντίρ-Σαχ της Υποδοικήσεως Σούσεχρι.

7.Μίκα. Υπάρχει εις την περιοχήν Σαϊντερε του Σεμπίν Καράχισαρ και μάλιστα επί του εδάφους.

   Του λόγου όντος περί μετάλλων δέον ενταύθα να σημειωθή ότι ο Σουλτάνος Μουράτ ο Δ΄ (1623-1640), σύζυγος της εκ Λιβεράς Μαρίας Γκιουλμπαχάρ Σουλτάνας, ερρύθμισε τα των μεταλλείων και αφήρεσε το δικαίωμα της παρά ιδιωτών εκμεταλλεύσεως ου μόνον εκείνων της Αργυρουπόλεως αλλά και πάντων των 33 εν τη Αυτοκρατορία, εκ των οποίων τα σπουδαιότερα ήσαν τότε τα ακόλουθα: Αργυρουπόλεως, Καπάν, Αργένης, Καλβά, Εσπίας, Ερσεϊλ, Εσελή, Τζοσενίου, Έριτζας, Λαχανά, Χώστας, Κάρωνας, Ζυγάννας, Φώλα, Γκιαβούρνταγι, Καμισλί, Κιζίλοτι, Άσαγα και Τσίτι.
   Έταξεν Έφορον επί των Μετάλλων (Maden Emiri) αρχιμεταλλουργόν (Ουμούμ Μαντεντζή) ο οποίος εσφράγιζε τα πολύτιμα μέταλλα και τα απέστελλε εις το θησαυροφυλάκιον του Οθωμανικού Κράτους. Ούτος ήτο ο ανώτατος Κυβερνητικός Επίτροπος, υπ’ αυτόν όμως ευρίσκοντο οι αρχιμεταλλουργοί ομογενείς τεχνικοί και οικονομικοί, χαίροντες ιδιαιτέρων προνομίων, εις τους οποίους οφείλονται πολλά διά την επιβίωσιν του στοιχείου ημών εν Πόντω.

   Εκτός των ως άνω υπάρχουν ποτάσιον εν Ταμζάρα και Σιπαχί. Επίσης ασβέστιον εις όλα τα βορειοδυτικά χωρία του Σεμπίν Καράχισαρ. Τέλος υπάρχει μαυρόχωμα από το οποίον κατασκευάζεται βαφή υποδημάτων εις τα χωρία Καταχώρ και Γκιορεζέ, ως και εις την περιοχήν Αχμέτ Πινάρ της Ταμζάρας. Αλλά και το μεταλλικόν ύδωρ της Ταμζάρας, όπως απεδείχθη από την σχετικήν ανάλυσιν, περιέχει τα ίδια συστατικά μετά της περιφήμου, ήδη από την αρχαιότητα, παρά την Τραπεζούντα ιαματικής πηγής της Κιθαραίνης (Κισάρνα).

   Ιδιαιτέραν σημασίαν διά την ζωήν της περιοχής είχεν η εξόρυξις και εμπορία της στυπτηρίας και τούτο διότι διαμέσου των αιώνων η εκμετάλλευσίς της εζωογόνησε την επαρχίαν, συνεκράτησε τον χριστιανικόν πληθυσμόν της και την κατέστησε γνωστήν εις την Ανατολήν και την Δύσιν.
   Πρώτος ο Πλίνιος ο νεώτερος εις το έργον του “Historia naturalis” αναφέρει τα μεταλλεία στυπτηρίας της Κολωνείας. Μέχρι του ΙΒ΄ αιώνος η χρήσις της στυπτηρίας περιωρίζετο εις την φαρμακευτικήν, την χρυσοχοϊαν και την χρωματουργίαν, μετά την ανάπτυξιν όμως της ευρωπαϊκής υφαντουργίας κατέστη περιζήτητος διά την κατεργασίαν προς σταθεροποίησιν των χρωμάτων.
   Από του ΙΖ΄ αιώνος, λόγω των Οθωμανικών προνομίων των περιοχών μεταλλείων και ορυχείων, αύται εγένοντο καταφύγιον των μη δυναμένων να ζήσουν και να εργασθούν εις την ιδιαιτέραν πατρίδα των. Τοιουτοτρόπως εδημιουργήθησαν νέα χωρία και οικισμοί και επυκνώθη εξ άλλου ο χριστιανικός πληθυσμός των παλαιών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν νέαι ποιμαντικαί ανάγκαι και δομαί και να ανασυσταθούν αι λόγω των προηγηθεισών δυσκόλων περιστάσεων διαλυθείσαι ή εις τελείαν αφάνειαν περιελθούσαι, το πάλαι ακμάσασαι, επισκοπαί, αρχιεπισκοπαί και μητροπόλεις και να ενισχυθούν αι υφιστάμεναι.

   Κατά την διανοιγείσαν νέαν ταύτην περίοδον, οι χριστιανοί έζησαν και προώδευσαν ως αρχιμεταλλουργοί προνομιακώς εκμεταλλευόμενοι τα μεταλλεία υπό την προστασίαν του Κράτους. Όσον αφορά εις τα μεταλλεία ευγενών μετάλλων, η εκμετάλλευσίς των εγένετο διά απ’ ευθείας αναθέσεως και διά λογαριασμόν του θησαυροφυλακίου του Οθωμανικού Δημοσίου. Είναι γεγονός άξιον πάσης εξάρσεως ότι οι χριστιανοί μας αυτοί με πίστιν εις τον Θεόν ως μεταλλωρύχοι, τεχνίται και εργάται μετάλλου, έδωσαν νέαν από πάσης απόψεως ζωήν εις τα εκκλησιαστικάς επαρχίας της περιοχής.

   Αλλ’ έτι περαιτέρω, ότε, διαρκούντος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, άπαντα τα μεταλλεία και ορυχεία περιήλθον εις το Κράτος, η ωργανωμένη εκμετάλλευσίς των έπαυσε να υφίσταται, αντ’ αυτής δε με πολύν μόχθον και φόβον διά την παρανομίαν ανεπτύχθη η κατ’ οικογενείας εξόρυξις, κατεργασία και προσφορά εις το εμπόριον της στυπτηρίας με το αγαθόν αποτέλεσμα να επιζήσουν οι χριστιανοί αυτής της περιοχής των ορυχείων και να ίδωσι την ημέραν καθ’ ην αφέθη και πάλι ελευθέρα η από μέρους του επιτοπίου πληθυσμού εκμετάλλευσις των ορυχείων, και δη υπό των κατοίκων των χωρίων Καταχώρ, Λϊτζασα και Κοϊνούκ. Ούτοι εγκατέλειψαν πάσαν άλλην απασχόλησιν και άλλοι μεν εξ αυτών ως επιχειρηματίαι, άλλοι δε ως τεχνίται και εργάται επεδόθησαν εις την εκμετάλλευσιν της στυπτηρίας, της οποίας ο ρυθμός της παραγωγής επί τοσούτον ηυξήθη ώστε όχι μόνον να καλύπτη τας ανάγκας της πόλεως αλλά και καραβάνια ολόκληρα να φορτώνωνται με προορισμόν την ενδοχώραν. Αξίζει ενταύθα να τονισθή, εν κατακλείδι, ότι εάν η εκμετάλλευσις του ορυκτού τούτου δεν επλούτιζεν αρκετούς, δεν θα ήτο διόλου εύκολος η αναχώρησίς των εκ της γενετείρας των, όταν αύτη επεβλήθη εις αυτούς από την αποφασισθείσαν άνωθεν διά της Συνθήκης της Λωζάνης ανταλλαγήν των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, διότι υπήρχον αρκετά χρήματα διά την αντιμετώπισιν των σχετικών δαπανών.


ΣΗΜ: Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μέρος διδακτορικής διατριβής του Μητροπολίτου Κολωνείας, Γαβριήλ Πρεμετίδου, κατά το 1987, με τίτλο «Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΟΛΩΝΕΙΑΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου