Νικόπολις - Γαράσαρη - Sebinkarahisar - Susehri.

Σας κάνουν ..κλικ; Καλώς ήρθατε!

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Απομνημονεύματα Θεόδουλου Τσοχαταρίδη, εκ Καταχωρίου Νικοπόλεως



   Ένα πολύ ενδιαφέρον και συγκινητικό ντοκουμέντο μας εμπιστεύτηκε ο συμπατριώτης και αδελφικός φίλος Θεόδουλος Τσοχαταρίδης, Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Αμυγδαλεώνα Καβάλας. Πρόκειται για τα απομνημονεύματα του παππού του (του οποίου φέρει το όνομα).
   Στο μικρό αυτό σημειωματάριο, ο αείμνηστος Θεόδουλος Τσοχαταρίδης, μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον τόπο γέννησής του, δηλαδή το Καταχώρι Νικοπόλεως. Γράφει για τις συνοικίες του χωριού, τις οικογένειες, τις εκκλησίες, την οικονομική και κοινωνική ζωή, τα σχολεία και τους μαθητές. Εξιστορεί επίσης την αναγκαστική εγκατάλειψη της προγονικής πατρίδας, την έλευση στην Ελλάδα και την εγκατάσταση στον Αμυγδαλεώνα.
   Αυτά είναι τα κομμάτια που επιλέξαμε να μοιραστούμε μαζί σας προς το παρόν. Τα υπόλοιπα αφορούν το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας (πολύτιμη παρακαταθήκη για τους απογόνους του), αλλά και γεγονότα που έζησε στη νέα πατρίδα (οι πρώτες δυσκολίες εγκατάστασης, το κίνημα του 1935, ο πόλεμος 1940-1941, η βουλγαρική κατοχή, ο εμφύλιος, η δικτατορία κλπ), μέρος των οποίων θα φροντίσουμε να παρουσιάσαμε σε επόμενη ευκαιρία.



   Σχεδόν στο σύνολο του κειμένου που ακολουθεί, διατηρούμε την αρχική ορθογραφία και σύνταξη. Ο Θεόδουλος Τσοχαταρίδης μας συγκινεί με την απλή και ανεπιτήδευτη γραφή του, καθώς και με την προσήλωσή του στο θεσμό της οικογένειας, στη θρησκεία και στην πατρίδα. Είναι μια ακόμη απόδειξη για το ακλόνητο σθένος των προγόνων μας. Αυτό το σθένος που τους επέτρεψε να διατηρήσουν γλώσσα, θρησκεία και εθνικό φρόνημα, στο πέρασμα τόσων αιώνων.
   Οι απόγονοί του πρέπει να είναι υπερήφανοι για το Θεόδουλο Τσοχαταρίδη. Ας εν` ελαφρύν το χώμα…




   Γεννήθηκα το Μάρτιο του έτους 1914 στο χωριό Παλαιοχώρι του Καταχωρίου Νικοπόλεως (Καραχισάρ) Πόντου.
   Ο πατέρας μου ηλικίας 59 ετών, ήτοι γεννηθείς εν τω αυτώ τόπω το έτος 1855 κατά αφηγησίν του ποτέ, ήτο υιός του Φιλίππου και εγγονός του Ανανία, με σύνολον αδελφών αρρένων οκτώ και μίας αδελφής μεγαλύτερής του εις ηλικίαν, την οποίαν έχω γνωρίσει αυτήν και μόνον, ονόματι Φωτεινή, η οποία είχε υπανδρευθεί εις το χωρίον Λίτσασα του αυτού νομού, με τον Ταμουρίδην Παρασκευάν, εξ ου και απέκτησε δύο άρρενα τέκνα, τον Γεώργιον και Βασίλειον.
………….

   Εκ των οκτώ αδελφών είχε απομείνει ο πατέρας μου, ο οποίος απέκτησε τα εξής παιδιά – αδέλφια μου:
   Εκ της πρώτης γυναικός του τον Φίλιππον και Δέσποιναν.
   Εκ της δευτέρας γυναικός του, της μάνας μου Θεοδώρας, το γένος Νικηφορίδου εξ Όβατζιχ του ιδίου νομού:
-Τον Χρήστον, γεννηθέντα το έτος 1904.
-Την Κυριακήν, γεννηθείσα το έτος 1906.
-Την Βασιλικήν, γεννηθείσα το έτος 1908.
-Την Ελπίδαν, γεννηθείσα το έτος 1910.
-Εμέ τον Θεόδουλον, γεννηθέντα το έτος 1914.
-Την Όλγαν, γεννηθείσα το έτος 1916. Η τελευταία απεβίωσεν βρέφος ολίγων μηνών.
………….


   Το χωριό μας Παλαιοχώρι, υπαγόταν στην κοινότητα Κατωχωρίου, με τρεις ή τέσσερις συνοικισμούς (είχε πολλά ερείπια γύρω από το σπίτι μας). Απείχε από τον δημόσιον δρόμον Κερασούντος – Νικοπόλεως περί τα 500 μέτρα, με απόστασιν από την Νικόπολιν περί τα 7 ή 8 χιλιόμετρα. Μεταξύ δε του χωρίου και της Νικοπόλεως, ήτο η κωμόπολις Τάμζαρα, κατοικημένη από Τούρκους και Αρμενίους, οι οποίοι εξολοθρεύθησαν κατά την επανάστασίν των το έτος 1915.
   Προς νότον και περί τα 300 ή 500 μέτρα, έκειτο ο συνοικισμός λεγόμενος του Κοσμά ή Τσίντηρα, με μερικά σπίτια του Κοσμίδη Νικολάου, Μπουτσούκη Δαμιανού, Τσοχαταρίδη (ή Παπαδόπουλου) Λαζάρου ή Τσίντηρα, του Σταφίδη Δαμιανού, αι οικογένειαι των οποίων διαμένουν εδώ στον Αμυγδαλεώνα, ερχόμενοι άλλοι από Ρωσίαν, Αμερικήν και Τουρκίαν κατά το έτος 1924.
   Βορείως έκειτο ο συνοικισμός Ταμούρ-αγίλε, νεόδμητος σε απόστασιν περί των 3 ή 4 χιλιομέτρων, με κατοίκους του Τσαχαλιδαίους, Φιλιππιδαίους, Ιωσηφιδαίους, Καλπιδαίους, Παπαδοπουλαίους, με ιερείς τους παπα-Θεόδωρον Παπαδόπουλον και Ιωσηφίδην Παύλον, με εκκλησίαν της Παναγίας.



   Σχολείον εις ιδιωτικήν κατοικίαν με δάσκαλον ιδιώτην, δηλαδή επί πληρωμή των γονέων και μόνον των μαθητών. Κατά το έτος 1923 πήγα στην πρώτη μικρή τάξη, στον δάσκαλον ονόματι Λάζαρος, εις οικίαν του Τίμου και το χειμώνα του 1924 στην πρώτη μεγάλη τάξη, υπό τον δάσκαλον Λαυρέντιον Τσεμιτσέ ή Σταφίδην, όστις απεβίωσε το έτος 1925 εδώ στον Αμυγδαλεώνα, αρχές του έτους.
   Πηγαίναμε στο σχολείο με τους Τσοχαταρίδην Σάββαν του Συμεών (ή Γαλπάχ), Κοσμίδην Χρήστον και Σάββαν, Παπαδοπούλου Παρασκευή, Μπουτζούκη Ναζλού, Σταφίδου Χαρίκλεια, Τσοχαταρίδη (ή Σαραφίδη) Μωυσή και με την Χαρίκλεια την ανεψιά μου.

   Διοικητικά σύνορα του χωρίου μου, ανατολικώς με το δημόσιο δρόμο Κερασούντος – Νικοπόλεως, δυτικώς με χωρίον Κοϊνίκ, βορείως με χωρίον Ασαρτσούκ και νοτίως με κωμόπολιν Τάμζαρα.

………


   Ανατολικότερα και σε υψόμετρο αρκετό, κείται το χωρίον Κατοχώρι, παλαιότερα κοινότης, διεσκορπίσθη σε ετέρους συνοικισμούς ως ανωτέρω πολλών οικογενειών, αι οποίαι μετανάστευσαν εις τα ενδότερα της Νικοπόλεως, σε τοποθεσίαν και χωριό ονομαζόμενο Γιράτς. Αι οικογένειαι Ιωσηφιδαίων, Ζουμπουλιδαίων (ή Σιμπιλάντ), Κεσικιαδαίων, Κεκριδαίων κλπ.
   Κατοικείτο το ως άνω χωρίον μέχρι της ανταλλαγής των πληθυσμών 1924, από ολίγας οικογενείας, ως τους Ασηκιδαίους, Ζουμπουλιδαίους και άλλους, με εκκλησίαν εις ωραίαν τοποθεσίαν, του Αγίου Γεωργίου.

   Κάτωθεν του χωρίου και στους πρόποδας, ήτο ο συνοικισμός Τσάπογλου ή Μπουτσούκη μαχαλά, με ερείπια πολλά και εκκλησίαν του Αγίου Χαραλάμπους. Όλο ερείπια τα γνώρισα, πλην της εκκλησίας η οποία ήτο ωραία διαρυθμισμένη και μισοκατεστραμένη.

   Λόγω της στενότητας του τόπου σε γεωργικήν εκμετάλλευσιν, διότι ούσα ορεινή περιοχή, ήκμαζεν η κτηνοτροφία σε πολλές χιλιάδες μικρά και μεγάλα ζώα, τα οποία έβοσκαν σε χλοερές εκτάσεις των υψιμέτρων οροπεδίων, με τα παρθένα δάση πεύκης, λεύκης, οξυάς και δρυός. Επίσης λεπτοκαρέων και οπωροφόρων (μήλων και απιδιών) σε αγρίαν κατάστασιν.


   Οι κάτοικοι λόγω των ανωτέρω περιστάσεων, εξενιτεύοντο σε όλα τα μέρη του κόσμου, περισσότερον δε εις Ρωσίαν και Αμερικήν.

   Η μόνη απασχόλησις εκτός της ολίγην γεωργίαν και κτηνοτροφίαν, ήτο και εις την παραγωγήν στύψης (ή σεπ), εξ ου και έλαβεν το όνομα εις την τουρκικήν Σεπίν Καραχισάρ και στην υλοτομίαν (επωλούντο καυσόξυλα στις πόλεις Νικόπολιν και Τάμζαραν.

   Ο πατέρας μου είχε αρκετά ακίνητα πλην των πολλών εκτάσεων αγρών και λειβαδιών, βοσκοτόπων και δασώδη ορεινών εκτάσεων, ον τα στοιχεία, ήτοι τίτλοι ιδιοκτησίας συντεταγμένοι εις την τουρκικήν (ταπιά), κατέχω και διατηρώ, εκτάσεις εκατοντάδων στρεμμάτων σημερινών.
   Είχε έναν νερόμυλον παραπλεύρως της Δημοσίας οδού συνδεούσης την Κερασούντα μετά της Νικοπόλεως, με τέσσαρες πέτρες, με ένα σαλοπάτη, εργαλείο που κατεργαζόταν τα μάλλινα υφάσματα εξωτερικής ενδύσεως και μια πέτρα (εγδί ή λίνκη) που ξεφλούδιζε το σιτάρι ή πληγούρη. Έκειτο εις ωραίαν βλαστήζουσα περιοχήν με πολλά καρποφόρα δένδρα. Ένα εργοστάσιον παραγωγής στίψης (σέπι) με τα τότε σύγχρονα μέσα, με αρκετήν μεγάλην παραγωγήν, η οποία διετίθετο εις το εμπόριον ως ο καπνός εδώ. Η πρώτη ύλη από λίθους αφθονούσε στην περιοχήν και μόνον.
……….


   Επίσης ήκμαζε η κτηνοτροφία. Έχω ζήση την περίοδον και γνώρισα πολλά μεγάλα και μικρά ζώα που κατείχε ο πατέρας μου. Ωσαύτως και η σε μεγάλον αριθμόν μελισσοτροφία με άφθονην παραγωγή μέλιτος, με χρησιμοποίησιν κυψελών κορμού λεύκης.
   Παρηγάγαμε επίσης σιτηρά πολλά, ήτοι σιτάρη, κριθάρη, καλαμπόκη, κεχρί, όσπρια όλων των ποικιλιών και λίγο καπνό μόνον για κάπνισμα του πατέρα μου.

   Υπήρχαν από όλα τα καρποφόρα δένδρα σε αγρία κατάστασιν γύρω από το σπίτι και στα δάση πλεόναζαν οι καρυδεώνες και οι αχλαδαιώνες σε χρήσιν νωπών και ξηρών αποθεμάτων σε όλην την χρονικήν περίοδον.
   Επειδή ο τόπος ήτο βόρειος με πολλά χιόνια, διετηρούσαμε στο σπίτι πολλά ήδη διατροφής, σε κρέατα και λοιπά.
   Το ελαιόλαδο το χρησιμοποιούσαμε μόνον για το κανδήλι των αγίων εικόνων.

   Ο ρουχισμός ήτο σχεδόν όλος παραγωγή της οικογενείας σε μάλλινα και βαμβακερά εξώρουχα και εσώρουχα. Μόνον ηγοράζοντο υποδήματα, τα άλλα όλα παραγωγή του σπιτιού.
   Η απασχόλησις όλων των γυναικών, εκτός του μαγειρεύματος, ήτο στο γνέσιμο, λανάρισμα, κλώσιμο και εργαλείο. Πολύ σπάνια εγένετο η προμήθεια υφασμάτων και περισσότερον στην περίπτωσι των γάμων, ως προίκα.

   Οι διάφορες εορτές και εκτελέσεις των μυστηρίων εγένοντο πανηγυρικότατα. Εκτός την προσέλευσιν όλου του χωρίου, προσήρχοντο και κάτοικοι των γύρω χωρίων, με τα έθιμα των διαφόρων δώρων, χορού και γλεντιού με όργανα κυρίως ζουρνά, νταβούλι και λύραν.
   Τα θρησκευτικά καθήκοντα εκτελούντο ανελλιπώς με γεμάτες πάντοτε τις εκκλησίες ή και νηστείες παρακλήσεις.
   Οι γονείς μου ήσαν πολύ ευσεβείς στα χριστιανικά και θρησκευτικά τους καθήκοντα, τα οποία αυτά και μόνον ήταν η πηγή που διετηρήσανε πατροπαράδοτα μέσα στη στυγνή σκλαβιά των αθλίων Τούρκων, τα ιδεώδη, έθιμα της φυλής και πίστεως, ως Έλληνες και χριστιανοί ορθόδοξοι.

   Στο χωριό μου υπήρχε σχολείο μέχρι τετάρτη τάξη, με ιδιωτικό δάσκαλο επί αμοιβή των γονέων των τέκνων. Επληρώνετο με σύμβασιν επί ένα χρόνο και κατόπιν ανανεώνετο η πρόσληψίς του. Εγώ πήγα σε δύο περιόδους στην μικρή και κατόπιν στην μεγάλη πρώτη τάξη.
   Εδιδάσκετο η καθαρεύουσα, με ερμηνείαν εις την ποντιακήν διάλεκτον, παρά των διδασκάλων.
   Κατά την μισήν περίοδον εδιώχθη το σχολείον παρά των Τούρκων. Ένα δε μικρό διάστημα, κρυφά και με φόβον των Τούρκων, εις το δάσος συνεχίσαμε τα μαθήματα, με περισσότερον φανατισμόν και ενδιαφέρον, τραγουδώντας το εμβατήριον «ω λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου…» και λοιπά εθνικά τραγούδια.
   Το έτος 1925 ενεγράφην εδώ στον Αμυγδαλεώνα στην Β τάξη Δημοτικού.

   Προ της ανταλλαγής των πληθυσμών το έτος 1924, προτού να φύγωμεν οι πρόσφυγες, σε ηλικία 9 ετών έχω γνωρίσει τα χωριά Κοϊνίκ, Όβατζικ, Νικόπολην, Ασαρτζούχ, Λίτσασα, Τάμζαρα.



   Τον Μάιον του 1924 και κατόπιν της συνθήκης της Λωζάνης, αφού εγένετο η ανταλλαγή των πληθυσμών εκ Πόντου και Μικράς Ασίας Ελλήνων και Τούρκων εξ όλης της Ελλάδος, μίαν καλήν πρωίαν έφθασε το καραβάνι των μεταφορικών τότε μέσων, εξ οκτώ σαμαροφόρων ζώων, ήτοι ίππων και ημιόνων.
   Φορτώσαμε τα ρούχα και στρώματα και τροφές και αφήνοντας με δάκρυα την επί αιώνας πατρικήν γην, τάφους προγόνων, σπίτια, σχολεία, εκκλησίες, αναχωρήσαμεν.
   Σε ερώτησιν του πατέρα μου γιατί κλαίει, πήρα την απάντησιν ότι φεύγουμε για πάντα και ποτέ πλέον δεν θα έρθωμεν πίσω.
   Κάτι με έχει οδηγήσει, έμεινα λίγο πίσω, έτρεξα και σαν οδηγό τότε στην παιδική μου ηλικία θυμάμαι να με οδηγούσε κάποια αόρατη σκέψη και δύναμη, να τρέξω να αγκαλιασθώ γύρω-γύρω τις γωνίες του σπιτιού που γεννήθηκα, ανατράφηκα και άφησα τις πρώτες φωνές και με συγκίνησιν φιλώντας τις πέτρες, έδωσα τον τελευταίον αποχαιρετισμόν.
   Έτρεξα με όλην την δύναμίν μου και έφθασα το καραβάνι που απεμακρύνθη αρκετά με το μεγαλύτερο φορτίον των αγαπητών μου προσώπων. Τον πατέρα, μητέραν, αδέρφια Χρήστον – Βασιλικήν – Ελπίδαν, με τη γυναίκα του ξενιτευμένου αδελφού μου Φίλιππα, Σοφία και την κόρην της Χαρίκλεια.

   Μαζί μας ξεκίνησαν και οι από τον έτερον συνοικισμόν κάτοικοι του χωριού, Κοσμιδαίοι, Σαραφιδαίοι, Παπαδοπουλαίοι, Μπουτσουκιδαίοι, Σταφιδαίοι και με ταξίδι περιπετειών και βασάνων πολλών, εικοσιτετραώρου συνεχώς υπό βροχήν, φθάσαμε στην παραθαλάσσια πόλη Κερασούντα.
   Εκεί οι γονείς νοικιάσανε ένα μεγάλο εγκατελειμένο σπίτι, των κάποτε Μαυριδαίων και μείναμε περί τους δύο μήνες, περιμένοντας με αγωνία να έρθει το πλοίον να μας πάρει, υπό τον φόβον και απειλών των Τούρκων και προ παντός των τουρκοπαίδων, που δεν μας άφηναν να γυρίσωμεν τους δρόμους και μας κυνηγούσαν εμάς τα παιδιά με φονικά μέσα. Έτσι δεν μπόρεσα να απολαύσω την ωραία αυτή πόλη της Ευξείνου Θαλάσσης, με τα ωραία τοπία και τοποθεσίαν της.


   Κάποτε έδωσε ο Θεός και έφθασε το πλοίο και ένα απομεσήμερο επιβιβασθήκαμε στο πλοίο, ονόματι «Αιγαίον Πέλαγος», φορτηγοεπιβατικό. Τράβηξε την άγκυράν του και με 12.000 επιβάτες ανεχώρησεν εντεύθεν, αφήνοντας όλα τα παράλια της Ευξείνου, Σινώπη, Σαμψούς και άλλα. Έκανε μια ολίγη στάση εφοδιασμού απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως, της ωραιοτάτης και ελληνικοτάτης πόλεως του Βυζαντίου.
   Έτσι, με τραγούδια και με όργανα, ζουρνάδες, νταούλια και λύρες και με δωδεκαήμερο ταξίδι, το καλό μας πλοίο μας έφερε στην Θεσσαλονίκη. Εκεί μείναμε ολίγες ημέρες σε αντίσκηνα. Μας δέχθηκε η ελεύθερη πατρική γη, με τις φροντίδες των υποδεχόντων αδελφών Ελλήνων, στην στοργική αγκάλη της.

   Ο πατέρας μου αμέσως ανεχώρησεν εις Καβάλαν για να συναντηθεί με τον αδελφόν μου Φίλιππαν, ο οποίος εκ Ρωσίας το έτος 1919 ανεχώρησεν και εγκατεστάθη στο τότε χωρίον Παντέμ-τσιφλίκ, νυν Αμυγδαλεώνα, σχετική αλληλογραφία είχαμε στην πατρίδα.
   Μετά από μίαν εβδομάδα επιβιβασθήκαμε στο πλοίο με αυτοκίνητα στρατιωτικά έως την παραλία από το Χαρμάνκιοϊ ή Καράπουρνου της τότε Θεσσαλονίκης, που σήμερα έγινε το κέντρον της πόλεως, που τότε ήταν όλο χωράφια καθώς ενθυμούμαι.
   Έτσι αναχωρήσαμε και το πλοίο μας αγκυροβόλησε στην Καβάλα, μακρυά από την αποβάθρα, διότι τότε δεν υπήρχε λιμήν όπως είναι σήμερα. Με καΐκια βγήκαμε στη στεριά, εδώ μας περίμεναν τα αδέλφια της μάνας μου Σταύρος και Φώτιος Νικηφοριδαίοι, που είχαν εγκατασταθεί προ πολλών ετών, μαζί δε και ο αδερφός μου Φίλιππας.

   Το τι έγινε τότε, δεν μπορώ να περιγράψω. Φιλιά, κλάματα και συγκινήσεις στην πρώτη συνάντησιν του αδερφού μου Φίλιππα, που δεν τον ήξερα, δεν τον γνώριζα, διότι προτού να γεννηθώ έφυγε στη Ρωσία.
   Εκείνο το βράδυ εγώ με τον πατέρα μου και τη μάνα μου μείναμε στο σπίτι του θείου Φώτη, η νύφη Σοφία με τη Χαρίκλεια πήγανε στου θείου μου Νίκου Νικηφορίδη.
   Την επομένη ήρθε από το χωριό ο αγωγιάτης Περίτσαλης Αριστείδης με κάρο δικό του και του αδελφού μου, φορτώσανε τις αποσκευές, ξεκινήσαμε για το χωριό εδώ, μαζί όλοι μας.



   Η Καβάλα τότε ήτο μία πολύ μικρή πόλις. Επίσης και το χωριό, με πολύ λίγα παλαιά σπίτια του κάποτε τσιφλικούχου, παράγκες, υπόστεγα καπνού.
   Εδώ βρήκαμε τις εξής οικογένειες:
-Του Στεφανίδη Αναστασίου (Λαπότα), διότι κατήγετο από το χωριό Λάπα Νικοπόλεως.
-Ζουμπουλίδη Σταύρου.
-Σπανίδη Ελευθερίου.
-Λάζαρου Τσοχαταρίδη ή Τσίντηρα.
-Στεφάνου Τσοχαταρίδη ή Κοσμίδη.
-Λάζαρου Σαββίδη από την Μπάφρα Πόντου.
-Ευσταθίου και Γεωργίου Σαραφίδη.
-Πασχαλίδη Χρήστου εκ Θράκης.
-Θεοδώρου Ιωσηφίδη, με τον ιερέα πατέρα του παπά-Παύλον και τα αδέρφια του Αλέξανδρο, Γεώργιο και Ευθύμη, συνομήλικό μου.
-Τσαχαλίδη Παύλου του Θεοφυλάκτου, εκ Καταχώρι.
-Ζαππίδη Χρήστου.
-Ζαππίδη Ιορδάνη.
-Γαϊτελίδη Παύλου.
-Ορφανίδη Συμεών εκ Κόρατσας Νικοπόλεως.
-Ζεπειρίδη Ανδρέα και Λεωνίδα εκ Καταχώρ.
-Παπαδόπουλου Ηλία.
-Περίτσαλη Ιωάννη μετά των υιών του Αριστείδη και Θεοδώρου, εξ Ασαρτζούκ Νικοπόλεως.
-Υψηλόπουλου Αβραάμ, επίσης εξ Ασαρτζούκ.
-Κεσικιάδη Ιωάννη.
-Κεσικιάδη Δημητρίου.
-Κεσικιάδη Χρήστου.
-Κεκρίδη Νικολάου.
-Κεκρίδη Αβραάμ.
-Κεκρίδη Σάββα.
-Κεκρίδη Γεωργίου.
-Ιωσηφίδη Στεφάνου, μετά του υιού του Παρθενίου.
-Κοσμίδη Αναστασίου.
-Κοσμίδη ή Τσοχαταρίδη Στεφάνου.
-Κοσμίδη Δαμιανού, μετά του υιού του Πέτρου.
-Τσοχαταρίδη ή Σαραφίδη Σάββα.
-Τσοχαταρίδη ή Σαραφίδη Ευσταθίου.
-Κεσικιάδη Εμμανουήλ.
-Τσαχαλίδη Μιχαήλ.
-Εμμανουηλίδη Μιχαήλ.
-Υψηλόπουλου Ιωακείμ.
-Υψηλόπουλου Κυριάκου.
-Υψηλόπουλου Χρήστου.
-Κάλτσα Παναγιώτη.
-Κεκρίδη Παντελή.

   Εκ των υστέρων και τμηματικώς, μετά πάροδον ετών, εγκατεστάθησαν οι υπόλοιπες οικογένειες και το αποτέλεσμα σε συνεχή αύξηση εγκαταστάσεων νέων οικογενειών των κατοίκων του χωριού από έτος εις έτος, ώστε με τις 42 περίπου τότε οικογενείας, ονομάσθη συνοικισμός υπαγόμενος εις την κοινότητα Ζυγού Καβάλας, το δε έτος 1928 ονομάσθη κοινότης.

   Το σχολείο, με δάσκαλο τον Ηλίαν Τσανακτσήν εκ Σεβαστείας Πόντου πρόσφυγος, λειτούργησε το έτος 1925 με τέσσερις τάξεις και με αριθμό μαθητών 18 έως 20. Εστεγάσθη εις ένα παλαιό μονόροφο οίκημα, όπου σήμερα επισκευαζομένον το κοινοτικό κατάστημα γραφείο.

   Η εκκλησία υπό αντίσκηνα περίπου δύο έτη και κατόπιν εκτίσθη εις την θέσιν που ευρίσκεται σήμερα, με ιερέαν τον παπά-Παύλον Ιωσηφίδην και ένα συνεχεία, γηράσκοντος τούτου, με ιερέαν Σάμιον και ακολούθως έτεροι πολλοί. 



Ο Θεόδουλος Τσοχαταρίδης (φέρων το όνομα του παππού του)
ακολουθεί τα χνάρια των προγόνων του
σα ρασία τη Κατάχωρι Νικοπόλεως.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου