Νικόπολις - Γαράσαρη - Sebinkarahisar - Susehri.

Σας κάνουν ..κλικ; Καλώς ήρθατε!

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Η των Προγόνων μου Ζωή


Εικ. 1. Ο πατήρ Ιωάννης Ουρεϊλίδης


   Το παρόν κείμενο είναι μία κατάθεση ψυχής, ως «μνημόσυνον αιώνιον» σε όλους αυτούς που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα χώματα του πολυβασανισμένου και αγαπημένου Πόντου, εν μέσω διωγμών, εκτοπισμών, σφαγών, αλλά και κατά τη διάρκεια της πολύπαθης επιστροφής τους στην μητέρα Πατρίδα. 
   Ιδιαιτέρως δε, εκτυλίσσεται η ιστορία του Ιερέως π. Ιωάννου Ουρεϊλίδη (+1930), μέσα από τη γραφίδα του υιού του, Αλεξάνδρου (1906-1992).
   Εύχομαι και παρακαλώ τον Άγιο Θεό, ολοψύχως, να τους αναπαύσει στην αιώνια Πατρίδα, «ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται». 
   Ας πραγματοποιήσουμε λοιπόν, ένα ταξίδι, στο όχι μακρινό παρελθόν, για να γνωρίσουμε την μαρτυρική ζωή των προγόνων μας…

Αντώνιος Ουρεϊλίδης
Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013
Των 318 Αγίων Θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου



 Από την ιδιόχειρη αυτοβιογραφία του Αλεξάνδρου Ουρεϊλίδη…





Ο Πόντος

   Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο «καλόν λίαν», κόσμημα, πραγματικό στολίδι. Στην κατάλληλη δε, θέση, φύτεψε τον υπέροχο και πανέμορφο, από κάθε άποψη, πλανήτη μας, τη Γη. Δημιούργησε ιδανικό περιβάλλον για να ανθίσει η ζωή και τον παρέδωσε στα χέρια μας! 
   Κάθε γωνιά της Γης, κάθε τόπος της, έχει τις δικές του ομορφιές, πριν τουλάχιστον τις καταστρέψει ο άνθρωπος, τις δικές του ιδιαιτερότητες. Όλοι δε οι τόποι είναι αξιαγάπητοι, αποτελούν χάρμα οφθαλμών.
   Ιδιαίτερη θέση έχει όμως, για τον κάθε ένα κάτοικό της, ο δικός του τόπος, ο τόπος που γεννήθηκε αυτός, ο πατέρας του κι ο πατέρας του πατέρα του, ο τόπος που κείτονται οι κεκοιμημένοι του, κι είναι αυτός που δένει τις καρδιές των γενεών και τις κρατά φυτεμένες στα αγνά χώματά του. Και αυτός ο κραταιός δεσμός είναι πλέον διαρρηγμένος για τους Πόντιους πρόσφυγες, οι οποίοι άφησαν πίσω κεκοιμημένους συγγενείς ενενήντα γενεών!
   Παρά ταύτα, ξεχωριστή θέση κατέχει στην καρδιά, στο νου και στην ψυχή τους «η Πατρίδα», η γλυκιά Πατρίδα όπου ζούσαν οι προηγούμενες γενιές στο κοντινό ή απώτερο παρελθόν, η γη των προγόνων τους, και ας μη την γνώρισαν ποτέ, και ας μη πάτησαν τα χώματά της, τα ποτισμένα με αίμα αγίων και ηρώων, και ας μην είδαν ούτε μια εικόνα της. Μόνο με το άκουσμά της, κάτι σκιρτά στην καρδιά τους και εξαπλώνεται γλυκά σε όλους τους νευρώνες του σώματός τους.
   Έτσι είμαστε κι εμείς οι «τραντέλληνες», οι Πόντιοι, οι νεώτεροι Πόντιοι. Νοσταλγούμε την Πατρίδα, τα άγιά της χώματα, τα παρχάρια, τα γάργαρα νερά και τα ακούσματά της. Και τη νοσταλγούμε παραδόξως, οι περισσότεροι, χωρίς να την έχουμε καν επισκεφτεί! 
   Μόλις το τοξάρι χαϊδεύει τις χορδές τού κεμετζέ, αυτός αρχίζει το κλάμα, κλαίει και θρηνεί, κλαίει και η καρδιά μας.   Γλυκιά Πατρίδα! Πονεμένη και παραπονιάρα λύρα. Οι δοξαριές σου, αγγίζουν τις χορδές της καρδιάς μας και αναδύονται η ευσέβεια, η ασκητικότητα, η λεβεντιά  κι η γενναιότητα των προγόνων μας· και έπειτα, διαχέονται έως το πιο απομακρυσμένο σημείο της ψυχής.
   Κι όταν ο κεμεντζές κλαίει και θρηνεί, τότε, όλες οι ταλαιπωρίες, τα βάσανα, οι εκτοπισμοί, οι σφαγές, η γενοκτονία πλημμυρίζουν τις καρδιακές μας αρτηρίες και ξεχειλίζουν, βρίσκοντας διέξοδο, απ΄ τους οφθαλμούς μας. 
   Γλυκιά μας πατρίδα, χώματα ιερά και αγαπημένα! Ματωμένα χώματα! Χώματα αγίων! Ποιος κραταιός σύνδεσμος μάς δένει και μας έλκει διαρκώς σιμά σου; 
   Πατρίδα μας αλησμόνητη! Περιπλανιόμαστε νοερώς στην απειρόκαλλή σου ομορφιά! Εισερχόμαστε στις ζεστές ψυχές των αδελφών μας, όπου σιγοκαίει η φλόγα της Χριστιανοσύνης και του Ελληνισμού!



Οι κρυπτοχριστιανοί

   Ο Ποντιακός λαός, είναι ένας λαός λιτός, ασκητικός και ευλαβής. Ξεριζώθηκε βιαίως από τις πατρογονικές του εστίες και μεταφυτεύτηκε σε εδάφη της Μητέρας Πατρίδας και αλλαχού. 
   Όσοι συμπατριώτες μας έμειναν πίσω, εξισλαμίστηκαν βιαίως. Έμειναν όμως, βαθιά Έλληνες στην καρδιά και Χριστιανοί στην ψυχή, προσκαρτερώντας την μεγάλη μέρα, που θα μπορούν να λατρεύουν φανερά τον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα, τον γλυκύτατο Ιησού. Ομιλούν την ποντιακή γλώσσα, χορεύουν, παίζουν και τραγουδούν ποντιακά «τραγωδίας», πιστεύουν κρυφά στον Χριστό και στην Παναγία Μητέρα Του!
   Αυτό άλλωστε μαρτυρεί και η κάτωθι διήγηση του Αρχιμανδρίτου Γαβριήλ Διονυσιάτου: 
   «Σε μία Εκκλησία του Γαλατά στην Πόλη, όπου συχνάζουν οι ναυτικοί και ταξιδιώται ν’ ανάψουν τό κεράκι τους γιά τούς δικούς τους καί τό καλό ταξείδι πρός τίς φουρτουνιασμένες θάλασσες του Πόντου. Εκεί τη Μεγάλη Σαρακοστή του 1954  πήγε να λειτουργήση και να ξομολογήση τους Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός (σημ.: πρόκειται για τον ίδιο τον πατέρα Γαβριήλ), για πρώτη φορά επισκεπτόμενος τήν Πόλη.
   Ο τακτικός εφημέριος, εξυπηρετών και άλλην Εκκλησίαν εις γειτονικόν Αγίασμα, αφού τον κατετόπισε εις τα του Ιερού Βήματος, του έδωσε και μερικές δεκάδες ονομάτων «ζώντων καί τεθνεώτων», τον ωδήγησε εις συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, και αφού του έδειξε μικράν κλίμακα ανερχομένην ελικοειδώς τα κατηχούμενα του Ναού, του είπεν εμπιστευτικώς, ότι τον περιμένουν επάνω καμμιά δεκαριά άνθρωποι για να εξομολογηθούν και είναι ανάγκη ν’ ανεβή να τους εξομολογήση και μεταλάβουν είτα εις την Λειτουργίαν, διότι επείγονται να φύγουν το βράδυ με το πλοίον της γραμμής, είναι ξένοι από μακρυά.
   Ανέβαινε ο Γέρων συλλογιζόμενος το δύσκολον ζήτημα της συνεννοήσεως μετ’ αυτών, εφ’ όσον ήσαν ξένοι από μακρυά αυτός δε πλην της Ελληνικής δεν εγνώριζεν άλλην γλώσσαν. Εκεί εις το ημίφως του υπερώου διέκρινε δεκάδα ανδρῶν χωρικών μεγάλης ηλικίας, οίτινες εις το αντίκρυσμα του έβαλον όλοι μετάνοιαν και ο γεροντότερος του είπεν εις ποντιακήν διάλεκτον:
   «Ημείς Χριστιανοί, πάτερ, α σον Πόντον, και λαλεύομεν (φιλούμεν) τα πόδα σου, να ξαγουρεύουμεν και μεταλάβομεν σήμερον και απές να λέομεν στην αγιωσύνην σου ντο θέλομεν ένα κι άλλον».
   Ευτυχώς ότι ο Γέρων συναναστραφείς προ ετών μετά Ποντίων προσφύγων εν Μακεδονία ενεθυμείτο αρκετά της απηρχαιωμένης αυτής ελληνικής διαλέκτου και εννόησε τι ήθελον, και τι θα του έλεγον εξομολογούμενοι.
   Έμαθε λοιπόν παρ’ αυτών ότι ολόκληρον το χωρίον των είναι κρυπτοχριστιανοί από πολλών ετών, και εις την ανταλλαγήν δεν τους επετράπη να φύγουν εις την Ελλάδα, διότι τα «νεφούζια» τους (ταυτότητες) ήσαν με τουρκικά ονόματα, ότι στο φανερό είναι Οθωμανοί και Τούρκοι, και στο κρυφό είναι Χριστιανοί και Έλληνες και περιμένουν να τους γλυτώσει ο Θεός από την σκλαβιά. Στα φανερά λέγονται Χασάνηδες και Μεμέτηδες, και τα πραγματικά
ονόματά τους είναι Γεώργιος, Παναγιώτης κ.λ.π. Έχουν ένα δικό τους δήθεν Χότζα, αλλά ούτε περιτομή κάνουν, ούτε ραμαζάνια και Μπαϊράμια τουναντίον, μυστικά σε υπόγειες Εκκλησίες εορτάζουν Χριστιανικά το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, της Παναγίας.
   Πριν της «ανταλλαγής» έπαιρναν Παπά από γειτονικά χωριά και τους βάπτιζε, τους στεφάνωνε, τους λειτουργούσε τις μεγάλες εορτές και μετελάμβανον.
   Αλλά τώρα δεν υπάρχει πουθενά Παπάς και αναγκαστικώς έρχονται στην Πόλη εκ περιτροπής για δουλειές δήθεν και γίνονται Χριστιανοί.
   Ο Γέρων Πνευματικός τα ήκουσε σαστισμένος, του εφαίνετο ότι διάβαζε συναξάρι της εποχής του Διοκλητιανού και δεν ημπορούσε να συγκρατήση τα δάκρυα από την συγκίνηση.
Εξωμολογήθηκαν βιαστικά, και όλοι μαζί κατέβηκαν αθόρυβα εις το σκοτεινό Παρεκκλήσι, απ’ όπου θα ήκουον την Λειτουργίαν των Προηγιασμένων, χωρίς κανείς να τους βλέπη. Και όταν μετά την λήξιν εμετάλαβον οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι, εγένετο η απόλυσις και έφυγε και ο κανδηλάπτης, έμεινε δε μόνος ο λειτουργός Πνευματικός με τον γνωστόν σκοπόν της εξομολογήσεως, τότε κλείσας έσωθεν τας θύρας και λαβών τα Άγια εισήλθεν εις το Βήμα του Παρεκκλησίου και εκάλεσε τους μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ίνα «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθωσι».  […]
   Πώς να λησμονήσω τα βάσανα της εκλεκτής αυτής Φυλής, που βρέθηκε γεωγραφικώς μεταξύ λαών  βαρβάρων την ψυχήν, λαών ανεπίδεκτων πραγματικού πολιτισμού, λαών με θηριώδη ένστικτα!….. ». (ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ, Αγιορειτικές Διηγήσεις Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (+), http://fdathanasiou.wordpress.com/2013/03/26)




Η πατρίδα


   Όλος ο Πόντος, από την μία ως την άλλη άκρη του, είναι αγαπημένος. Ξεχωριστή όμως, θέση έχει στην καρδιά μου, η περιοχή της Γαράσαρης.
   Γαράσαρη έλεγαν οι Πόντιοι την Νικόπολη, η δε λέξη προέρχεται από την τουρκική Καρά –Χισάρ που σημαίνει Μαύρο Φρούριο, είναι δε μετάφραση της βυζαντινής ονομασίας Μαυρόκαστρο, διότι αποτελούσε φρούριο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στο Θέμα της Κολωνίας.   
   Όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος νίκησε τούς στρατιώτες του Μιθριδάτη, επ’ ευκαιρία της νίκης του, έκτισε την Νικόπολη, όπου μετέφερε τούς τραυματίες του. Αυτό άλλωστε, σημαίνει και η ετυμολογία της λέξεως: πόλη της νίκης.
   Γεωγραφικώς, η Νικόπολις περιλαμβάνονταν μεταξύ της Αργυρουπόλεως στα ανατολικά της, της Νεοκαισάρειας και Τοκάτης στα δυτικά της, της Κερασούντας στα βόρεια και της Σεβάστειας νοτίως. Η εκκλησιαστική επαρχία και η πολιτική  διοίκηση της Νικοπόλεως είχαν πρωτεύουσα τη Νικόπολη, η οποία υπήρξε το τελευταίο οχυρό του Βυζαντίου διότι σ’ αυτήν υπεστάλη το έτος 1473 η Βυζαντινή σημαία, δηλαδή είκοσι χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, και δώδεκα χρόνια μετά την κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντος, το έτος 1461…
   Οι κάτοικοι της Νικοπόλεως ήταν οι τελευταίοι που εγκατέλειψαν τα άγια χώματα του Πόντου, όταν υπογράφηκε, περί τα μέσα του 1924, η Συμφωνία της Λωζάνης, περί ανταλλαγής πληθυσμών. 
   Καθ’όλη την διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της, η Νικόπολις υπήρξε προπύργιο του Έθνους, κέντρο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της αποτελούσε μειοψηφία έναντι του τουρκικού και του αρμενικού στοιχείου. (2) 
   Αξίζει επίσης, ν’αναφερθεί, ότι η επαρχία της Νικοπόλεως είναι ίσως η ιστορικότερη και με τη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τη Ρωμαϊκή και μετέπειτα Ελληνική μεσαιωνική αυτοκρατορία, όπως επίσης και για το χριστιανισμό, που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής μας διαδρομής και της μακραίωνης διαδικασίας διαμόρφωσης της σημερινής μας συνείδησης, καταγωγής και αυτοπροσδιορισμού. 
   Στην περιοχή της Νικόπολης έγιναν οι μεγάλες συγκρούσεις με τους Αρειανούς και τους Παυλικιανούς. Οι Νικοπολίτες αντιστάθηκαν στον Άρειο, με αποτέλεσμα να παραδώσουν ανόθευτη την Ορθοδοξία στις επόμενες γενιές και τιμήθηκαν ιδιαίτερα γι’ αυτό από το Μέγα Βασίλειο (http://garasari.blogspot.gr), ο οποίος τους γράφει: «Τέκνα ομολογητών και τέκνα μαρτύρων εστέ των μέχρις αίματος αντικαταστάντων προς την αμαρτίαν… Ει δε ότι ο δείνα τον οίκον κατέχει της προσευχής, υμείς δε εν τω υπαίθρω προσκυνείτε τον ουρανού και γης Δεσπότην, τούτο υμάς ανιά, ενθυμήθητε ότι οι μεν ένδεκα μαθηταί εν τω υπερώω ήσαν αποκεκλεισμένοι, οι δε σταυρώσαντες τον Κύριον εν τω περιβοήτω ναώ την Ιουδαϊκήν λατρείαν επλήρουν» (Επιστολή 240, προς τους «ΝΙΚΟΠΟΛΙΤΑΙΣ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΙΣ». Η επιστολή αυτή γράφτηκε από τον Μέγα Βασίλειο τό 376 μ.Χ. Απευθύνεται στον νεοεγκατεστημένο Μητροπολίτη Νικοπόλεως Ευφρόνιο και μέσω αυτού σε όλους τους πρεσβύτερους της πόλεως. Αιτία του γράμματος ήταν ότι ο έπαρχος Δημοσθένης, με τη συνεργασία κακοδόξων, εγκατέστησε στη Νικόπολη τον ομοιουσιανό επίσκοπο Φρόντωνα. (Οι ομοιουσιανοί ήταν παρακλάδι του Αρειανισμού). Αυτός, έχοντας τη βοήθεια των πολιτικών αρχόντων, εκδίωξε τους ορθοδόξους και κατέλαβε τους ναούς, με αποτέλεσμα οι ορθόδοξοι να λειτουργούνται οπουδήποτε, ακόμα και στο ύπαιθρο. «Τέκνα ομολογητών και τέκνα μαρτύρων είστε, που αντιστάθηκαν στην αμαρτία μέχρις αίματος… Κι αν σας σφίγγει την καρδιά το ότι ο δείνα κατέχει τον οίκο της προσευχής, ενώ σεις λατρεύετε στο ύπαιθρο το Δεσπότη του ουρανού και της γης, θυμηθείτε: Οι μεν ένδεκα μαθητές ήταν αποκλεισμένοι στο υπερώο, ενώ εκείνοι που σταύρωσαν τον Κύριο, στον περιβόητο ναό τελούσαν την ιουδαϊκή λατρεία».Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΚΔ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 1980. (ΑΠΟΔΟΣΗ: ΒΑΣ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ).)
   Τέλος, στη Νικόπολη προετοίμασαν τους στρατούς τους ο Ηράκλειος για τις εκστρατείες του, ο Ρωμανός πριν το Ματζικέρτ και όλοι οι αυτοκράτορες εδώ διατηρούσαν ικανές δυνάμεις για να ελέγχουν και να έχουν γρήγορη πρόσβαση σε όλη την αχανή αυτοκρατορία. (http://garasari.blogspot.gr)



Το χωρίον


   Το χωρίον Λίτσασα, ένα από τα χωριά της Γαράσαρης και η ιδιαίτερη πατρίδα μου, κούρνιασε στην φιλόξενη φωλιά της Ποντιακής γης. Βρίσκεται δώδεκα χιλιόμετρα βόρεια της Νικόπολης. Στα βόρειά του, υψώνεται το όρος Καζάν-καγια, νότια ήταν το Καταχώρ, ανατολικά τα δάση του Καταχώρ και δυτικά – βορειοδυτικά το Ασαρτζούκ.
   Ήταν, καί συνεχίζει να είναι, το αγαπημένο μου χωριό, αγκαλιασμένο από βουνά με καταπράσινα δάση και διάφορα είδη δέντρων. 
   Το θώπευαν τα καθάρια και γάργαρα νερά του μικρού ποταμιού, που πηγάζει από το Καζάν-καγια και στον κεντρικό δρόμο ενώνεται με τον ποταμίσκο του Ασαρτζούκ και σχηματίζουν το ποτάμι της Τάμζαρας, που, μέσα από το Αγουτμούς τελικά καταλήγει στο Λύκο. 
   Η Λίτσασα είχε περίπου πεντακόσιους κατοίκους και οι περισσότεροι ήταν συγκεντρωμένοι σε έναν πυκνοκατοικημένο συνοικισμό, που τον χώριζε ο ομώνυμος ποταμίσκος. Μερικοί κάτοικοι είχαν εγκαταστάσεις στίς δύο εξοχικές συνοικίες του χωριού, Κοτίλε και Καρύτε, γύρω στα πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά. (http://garasari.blogspot.gr)
   Σε αυτήν λοιπόν, την γλυκιά αγκάλη της ποντιακής γης, ζούσε ο πατήρ Ιωάννης Ουρεϊλίδης με την οικογένειά του, την πρεσβυτέρα Σεβαστιανή ή Σεβλή, όπως την αποκαλούσαν στα ποντιακά, και τα εννιά παιδιά που τούς χάρισε ο Θεός. Οι Ουρεηλάντ ήταν μεγάλο σόι της Λίτσασας και ο παπα-Γιάννης ήταν γιός του Αντωνίου Ουρεήλ. Το πατρικό του παπα-Γιάννη ήταν στο μαχαλά Καρύτε της Λίτσασας, όπου ήταν και τα περισσότερα χωράφια του. Επίσης, είχε μια αγελάδα, δέκα πρόβατα και οκτώ μελίσσια. (Πληροφορίες από Houperin Asarcikli)
   Ο πατήρ Ιωάννης, ήταν επιβλητική και σεβάσμια μορφή. Δεν θα ήταν ίσως, υπερβολή, εάν λέγαμε ότι προκαλούσε δέος και σεβασμό, ακόμη και σε αιμοβόρους Τούρκους.
   Έσπευδε πάντοτε σε βοήθεια των κινδυνευόντων και κατά γενική ομολογία, είχε σώσει πολλούς από τα χέρια των Τούρκων. «Εάν δεν υπήρχε ο παπα Γιάννης, δε θα ζούσαμε σήμερα», έλεγαν κλαίγοντας οι πρόσφυγες στην Ελλάδα. (Μαρτυρία από συγγενή του)




Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι


   Βρισκόμαστε στα δύσκολα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων. Μαύρα σύννεφα άρχισαν να σκοτεινιάζουν και τον ποντιακό ουρανό.  
   Στα χρόνια αυτά ο Αλέξανδρος Ουρεϊλίδης, υιός του πατρός Ιωάννου Ουρεϊλίδη, ήταν έξι χρονών. Διηγείται ο ίδιος:

   Στον Βαλκανικό Πόλεμο ήμουν έξι χρονών. Τότε έπεσε κι η Θεσσαλονίκη και ύστερα σκότωσαν τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄. Στον πατέρα μου έφεραν μία φωτογραφία του βασιλιά και το έμαθαν οι προύχοντες του χωριού και ήλθαν για να τη δουν. Κάθισαν και παρατηρούσαν την φωτογραφία που ήταν  κρεμασμένη στον τοίχο. Ήταν απαθανατισμένος ο βασιλιάς ξαπλωμένος και πέντε άτομα όρθιοι, ο ένας με μακριά μαλλιά σαν γυναικεία, και οι χωριανοί αναμεταξύ τους έλεγαν: «αυτός τον σκότωσε» και εγώ ήμουν έξι χρονών παιδί κοντά τους και άκουγα και μάλιστα θυμάμαι αρκετά καλά όσα διαδραματίστηκαν, όπως ότι οι Τούρκοι άρχισαν να αγριεύουν.
   Όταν άρχισε το βαλκανικό, άρχισε και η επιστράτευση. Στο σπίτι είχαμε πέντε μουλάρια, τα οποία δούλευε ο μεγαλύτερος αδελφός μου ο Αντώνης. Αυτά τα πήραν όλα· και ενώ άξιζε πενήντα λίρες το ένα, δεν μας έδωσαν ούτε μία λίρα αποζημίωση.


Εικ.4. Η δολοφονία του Γεωργίου του Α΄.


   Εάν υπολογίσουμε και τον εξοπλισμό τους, τότε η αξία τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη.  Το κάθε κουδούνι για παράδειγμα, ζύγιζε περίπου πέντε οκάδες και κόστιζε είκοσι πέντε λίρες, ήταν όλα μπρούτζινα. Χτυπούσαν και ακούγονταν μισή ώρα μακριά. Όποτε άκουγαν τα κουδούνια οι χωριανοί, είτε Έλληνες είτε Τούρκοι, από τον δημόσιο δρόμο, έλεγαν ο ένας τον άλλον «Αντών Αγανίν κερβανί κελιόρ», «έρχεται το καραβάνι του Αντών αγά». 
   Όταν έγινε η επιστράτευση, γύριζε στα χωριά κάποιος καραγιούζπασης, λοχαγός, ο οποίος ήρθε και στο χωριό μας. Μαζί με άλλα παλικάρια, πήραν και τα δυο αδέλφια μου, τον Αντώνη και τον Χρίστον. Ο κόσμος για να τους αποχαιρετίσει, κατέβηκε είκοσι λεπτά δρόμο έως τον δημόσιο, όπου υπήρχαν και χάνια για τους ταξιδιώτες. Θυμάμαι ότι η μάνα μου η συγχωρεμένη, βαστούσε το χέρι μου και σιγά – σιγά, μαζί και με τον πατέρα μου, πήγαμε για τον αποχαιρετισμό. Και ενώ ο πολύς κόσμος που συγκεντρώθηκε, αποχαιρετούσε τα επιστρατευμένα  παιδιά του, ο λοχαγός φωνάζει τον πατέρα μου:
   - Παπαζ εφεντι κελ πουρτα. Παπαζ ολτου γουν πιρ τσοστουγου παχσλιορουμ στουνκη παπαζλαρ ησλεμιορ. 
   Από τότε κι ύστερα, κάθε ημέρα έρχονταν στο χωριό μας οι χωροφύλακες κι έδερναν τον κόσμο.  Μία μέρα, επήγαμε βόλτα μαζί με τον πατέρα μου, έξω από το χωριό. Γυρίσαμε στο σπίτι και κάποια στιγμή, ο πατέρας μου αντιλήφθηκε πλήθος κόσμου στον επάνω μαχαλά.    Η εικόνα και ο ήχος που εξέπεμπε προμήνυαν άσχημες εξελίξεις. Λέγει λοιπόν στην μάνα μου:
   - Εκεί επάνω στον Μαχαλά, τι κόσμος έχει μαζευτεί σαν μυρμήγκι; Για να πάω να δω τι συμβαίνει. 
   Πήγα και εγώ μαζί με τον πατέρα μου, και εκεί βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μία βίαιη σκηνή. Βλέπουμε έναν άνδρα, του οποίου τα χέρια είχαν δέσει πίσω του οι Τούρκοι, και αλύπητα τον χτυπούσαν όπου τύχει. Ο πατέρας μου, μη αντέχοντας τη βία, τους έβαλε μία κατσάδα:
   - Αθεόφοβοι, άπιστοι, χτυπάτε αυτόν τον αθώον τον άνθρωπο αλύπητα…

   Αυτά όλα γίνονταν τον καιρό του Βαλκανικού Πολέμου. Η κατάσταση γίνονταν ολοένα και πιο βαριά. Ορισμένοι κάτοικοι, αποφασισμένοι να πάρουν τον δρόμο της ξενιτιάς, περνούσαν τα βράδια, πριν αναχωρήσουν, από το σπίτι μας, για να αποχαιρετήσουν τον πατέρα, και την μάνα μου, και να πάρουν την ευχή του. Έφευγαν έτσι, πικραμένοι, μη γνωρίζοντας εάν θα καταφέρουν να γυρίσουν κάποτε στην γλυκιά Πατρίδα. Εγώ, μικρό παιδί, ρωτούσα:   
   - Μάνα που πηγαίνουν αυτοί; 
   - Παιδί μου, φεύγουν πηγαίνουν σε άλλα κράτη, άλλος στην Ελλάδα, άλλος στην Ρωσία και άλλος στην Αμερική».


Το χωρίον Λίτσασα.


   Όταν τελείωσε το Βαλκανικό, επήλθε ηρεμία και τότε επήγα στο σχολείο, όπου έμαθα να διαβάζω το αλφαβητάριο· έμαθα πόσα είναι τα γράμματα της ελληνικής γλώσσας, έμαθα επίσης, πόσα είναι τα   φωνήεντα, πόσα τα δίφθογγα και ούτω καθεξής. Στις μεγάλες τάξεις είχαμε γερούς δασκάλους, οι οποίοι έβαζαν κατά τριάδες τους μαθητές και τους γύμναζαν· έψελναν τα άσματα: «Ω, λυγερόν και κοφτερόν σπαθί μου, πώς βαστάζης υπομονή, για να βλέπεις τα παιδιά σου μέρα νύκτα στην σφαγή». Αυτό κράτησε ενάμιση – δύο χρόνια… 

   Ο πατέρας μου ήτανε πολύ φιλόξενος. Η πόρτα του σπιτιού μας, ήταν πάντα ανοιχτή για κάθε επισκέπτη, κάθε μεσόκοπο ή πονεμένο, χωρίς διακρίσεις. Κάθε βράδι είχαμε μουσαφίρηδες·(επισκέπτες) είτε ήταν Έλληνες είτε Τούρκοι, είτε μικροί είτε μεγάλοι, όλοι σε μας έρχονταν. Η φιλοξενία ήταν απλόχερη, οι μουσαφίρηδες  έβρισκαν ένα ζεστό πιάτο φαΐ και μια φιλόξενη γωνιά να ξαποστάσουν. 
   Έρχονταν από την Κερασούντα στο δικό μας το παζάρι (σημ.: εννοεί της Νικοπόλεως) και στον γυρισμό έρχονταν στο χωριό μας στην Λίτσασα και πλάγιαζαν σε μας. Δεκαπέντε λεπτά έξω από το χωριό μας ήτανε ο δημόσιος δρόμος και υπήρχαν χάνια εκεί στα οποία πλάγιαζαν οι αγωγιάτες. Γέμιζαν μουλάρια τα χάνια. Όσοι ήταν πρωτοπόροι (σύμφωνα με τον Νικόλαο Πετρίδη, εννοεί τους προύχοντες - πρόκριτους) ερχόντουσαν και πλάγιαζαν σε μας. Αυτοί είχαν και τα άλογα τους με τις σέλες, τα οποία περιποιούμασταν.
   Η συγχωρεμένη η μάνα μου, διακονούσε ακούραστα την οικογένειά της και τους μουσαφίρηδες, χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό. 
   Μία βραδιά ήρθε ένας καβαλάρης και ρώτησε που είναι του Παπα-Ιωάννη το σπίτι. Του είπανε κι ήρθε καβάλα σε μας. Κατέβηκε από το άλογό του και αφού τον καλωσόρισε ο πατέρας μου, πήγαμε το άλογο στο στάβλο. Όταν μπήκε στο σπίτι ο μουσαφίρης και κάθισαν με τον πατέρα μου, πήγαμε όλοι και τον καλωσορίσαμε. Έπειτα, η μάνα μου μαγείρεψε και έφαγαν ήπιαν και έκαναν παρακάθ’ (νυχτερινή συνάθροιση). Τότε, ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού, που προκάλεσε το ενδιαφέρον του επισκέπτη, ο οποίος όταν έμαθε ότι το μικρό παιδί του πατρός Ιωάννη ήταν αβάπτιστο, το θεώρησε «τυχερό» του να το βαπτίσει. Έτσι, έγινε και η βάπτιση. Δύο μέρες γλεντούσαν και κατόπιν, ο ανάδοχος έφυγε για την Πατρίδα του την Κερασούντα. Το όνομά του ήταν Ταραλής Χατζίκας. Αυτόν, τον αφήνουμε προς το παρόν, διότι η ιστορία του, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είναι ενδιαφέρουσα και θα την πούμε παρακάτω. 

   Ο χρόνος κύλησε σχετικά ήσυχα, τα τύμπανα του πολέμου όμως, δεν άργησαν να ταράξουν την ησυχία αυτή.

 Εικ. 6. Νικόπολις



Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
και η σφαγή των Αρμενίων


   Μετά από ένα χρόνο, άρχισε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το ‘14 κηρύχτηκε γενική επιστράτευση. Κάλεσαν τους άνδρες από δεκαοχτώ μέχρι σαράντα πέντε ετών, να παρουσιασθούν σε προκαθορισμένα σημεία. Ορισμένοι πλήρωναν πετέλι (badal, αντισήκωμα, εξαγορά θητείας, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), όσοι δηλαδή, ήταν ηλικίας σαράντα – σαράντα πέντε χρονών, είχαν δυνατότητα εξαγοράς της θητείας και την αντάλλασαν με 40 χρυσές λίρες, για να αποφύγουν την στράτευση. 
   Βέβαια, αυτό ήταν μόνο για τα «μάτια», διότι δεν άργησαν να φανούν οι προθέσεις των κρατικών οργάνων που εκμεταλλεύονταν την κατάσταση εκβιάζοντας τον κόσμο· μόλις περνούσε ένας μήνας ή σαράντα ημέρες, ερχόντουσαν οι χωροφύλακες να τους επιστρατεύσουν πάλι. Οι επιστρατευμένοι πλήρωναν και πάλι το αντίτιμο των σαράντα χρυσών λιρών, και πάλι τους άφηναν, μέχρι να τους εξουθενώσουν.  Υπήρχαν κάτι γέροι πενήντα – εξήντα χρόνων, οι οποίοι δεν έβγαιναν έξω· κρύβονταν από το φόβο τους γιατί συνεχώς μάζευαν για αγγαρεία. 
   Εν τω μεταξύ, καθημερινά έφευγαν από τον  Τουρκικό Στρατό, είκοσι με τριάντα ανυπότακτοι Έλληνες, οι οποίοι κατέφευγαν κάθε βράδι σε μας. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο μ’ αυτούς. Όλοι έφευγαν με τα όπλα τους και πιθανόν ήθελαν να τ’ ανταλλάξουν με ψωμί. Ένα όπλο με ένα ψωμί. Ο πατέρας μου όμως, τους συμβούλευε να μη δίνουν τα όπλα τους, διότι απείχαν από την πατρίδα τους ένα μήνα δρόμο, και θα τα χρειάζονταν για τις κακοτοπιές, μιας και  ήταν όλοι από την περιφέρεια της Κωνσταντινουπόλεως. 

   Ο πόλεμος συνεχίζονταν. Περάσαμε στο ’15. Ήταν ένας πλανόδιος Αρμένης, τον έλεγαν Καραστόζη Μαρτός. Έρχονταν το Σάββατο το βράδι έως και την Κυριακή, και γύριζε το χωριό πουλώντας υφάσματα. Την Κυριακή το απόγευμα έφευγε και πάντα περνούσε να αποχαιρετίσει τον πατέρα μου. Εκείνο το κυριακάτικο βράδι, φεύγοντας, του είπε: 
   - Παπάζ εφέντη, δεν πάμε καλά, θα μας σφάξουν.
   Την Κυριακή έφυγε, την Δευτέρα (2 Ιουνίου 1915, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more) άρχισε η σφαγή, όμως δεν θυμάμαι την ημέρα, ούτε και τον μήνα. Πιθανότατα ήταν ή τέλος Μαΐου ή Ιούνιος. Σε μας, στην Νικόπολη, υπήρχαν τέσσερις χιλιάδες Αρμένιοι. Είχαν δύο αρχηγούς, τον Κούκαση και τον Σύσογλη. Η Νικόπολη είχε ένα βυζαντινό φρούριο, για το οποίο οι δύο αρχηγοί διαφώνησαν, για το αν θα έπρεπε να οχυρωθούν εκεί. Ο Κούκασης ήταν της άποψης να μην ανέβουν στο φρούριο. Ο Σίσογλης επέμενε ν’ ανέβουν. Τελικά, ο Κούκασης δεν άκουσε τον Σίσογλη και έφυγε μαζί με τριακόσια άτομα. Οι άλλοι όλοι άκουσαν τον Σίσογλη. Γυναίκες, παιδιά, άνδρες, όλοι ανέβηκαν στο φρούριο, το οποίο είχε μόνο μία πύλη, από την μεριά της αγοράς, και το υπόλοιπο περιτριγυρίζονταν από γκρεμό. Οι Αρμένιοι έμειναν στο φρούριο ένα μήνα, χωρίς ψωμί και νερό, διότι είχαν σωθεί οι προμήθειές τους. 
   Μετά ήρθε ο στρατός με τα κανόνια και τους σκόρπισαν (η απελπισμένη έξοδος των Αρμενίων έγινε στις 29 Ιουνίου 1915, μετά από έναν ολόκληρο μήνα πολιορκίας, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)·  έφυγαν προς το χωριό μας. Τα βουνά γέμισαν Αρμένιους. Τα γυναικόπαιδα τα άφησαν στο έλεος του θεού· τα έσφαξαν, όλα, σαν τα αρνιά. Μάζευαν από παντού, από κάθε περιφέρεια τα γυναικόπαιδα και τα πήγαιναν στο Κουρπαγά ιρμάκ (μάλλον εννοεί το ποτάμι που διασχίζει τη νότια περιοχή του Απές. Από εκεί, έξω από το ρωμαίικο χωριό Κούρπαγη, περνούσε ο δρόμος προς τη Σεβάστεια και τα καραβάνια των εκτοπισμένων, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more). Τα συγκέντρωναν πάνω σε μια μεγάλη γέφυρα του ποταμού, και εκεί επάνω τους έσφαζαν· τους έσφαζαν και τους πετούσαν στο ποτάμι. Ένα μήνα το ποτάμι ήταν κόκκινο από το αίμα! Δεν έμεινε ούτε ίχνος Αρμενίων. Για να μη ξοδέψουν πολεμοφόδια, έπιαναν τα νήπια από τα πόδια και τα χτυπούσαν στον τοίχο, όπως επίσης, και άλλες τέτοιες κτηνωδίες!!!


 Η Νικόπολις και το κάστρο της


   Με την διαφυγή των Αρμενίων στα βουνά μας, ήλθε στο χωριό μας ο στρατός, το πεζικό και το πυροβολικό. Οι αξιωματικοί κάθονταν σε μας. Τις ημέρες έβγαιναν έξω με τα κανόνια.    Είχαμε ένα Μοναστήρι, του Αγίου Παύλου, όπου εκεί πάνω έστηναν τα κανόνια. Ο λοχαγός μία ημέρα είπε στον πατέρα μου:
   - Να μου δώσεις το παιδί να έρθει μαζί μου και εσύ να έλθεις ύστερα, καβάλα σε αυτό το άλογο, το άλογο του ιπποκόμου. 
   Έτσι, μαζί με τον λοχαγό ανεβήκαμε επάνω στο Μοναστήρι. Οι στρατιώτες άρχισαν να στήνουν τα πυροβόλα και ο λοχαγός, έβαλε τα κιάλια του στα μάτια μου και μου είπε:
   -Κοίτα εκεί απέναντι στο βουνό, σε εκείνο το υψωματάκι. 
   Αφού ρύθμισα τα κιάλια, με ρώτησε: 
   - Τι βλέπεις; 
   - Βλέπω κάτι να κουνιέται, του απαντώ. 
   - Είναι Αρμένιοι. Ο στρατός μας, μου λέγει, από εδώ θα ρίχνει με τα κανόνια και θα καθαρίσει όσους  Αρμένιους  βγουν από εκεί.
    Μία εβδομάδα αυτό γίνονταν συνέχεια. Στις επιχειρήσεις λάμβαναν μέρος και οι χωροφύλακες, οι οποίοι δρούσαν σε άλλη περιφέρεια. Τα δε βράδια, στρατός και χωροφυλακή, διανυκτέρευαν στο χωριό και τα πρωινά πάλι εφορμούσαν στα βουνά·  έτσι  τους εξόντωσαν. 
   Ένα απόγευμα, ο ήλιος βασίλευε και οι χωροφύλακες, επιστρέφοντας από την περιοδεία τους στο βουνό, έφεραν μία γυναίκα στο χωριό· βέβαια την έφεραν επίτηδες για να βλέπουμε εμείς οι Έλληνες  τα βασανιστήρια που θα της έκαναν, και να δειλιάσουμε. Οι χωροφύλακες ήταν τρεις, ο ένας την καβαλούσε σαν άλογο, και οι δύο την σούβλιζαν με τα δίστομα μαχαίρια στους μηρούς. Η καημένη η γυναίκα έκλαιγε και φώναζε, και από πίσω  την σούβλιζαν με τα μαχαίρια, την έβριζαν και της έλεγαν:
   - Παλαιοπ…, τι κλαις, τόσο καλό σε κάνουμε και αντί να γελάς, κλαις; 


Η Νικόπολη μετά την εξέγερση και τη σφαγή των Αρμενίων.
Η πυρκαγιά κατέστρεψε σχεδόν όλη την πόλη
και τις δύο από τις τρεις ελληνικές συνοικίες.


   Το σπίτι μας ήταν ψηλά, ήταν ευάερο και ψηλό. Απ’ αυτό φαίνονταν όλο το χωριό. Ήταν άνοιξη, θυμάμαι. Μάιος μήνας. Ο πατέρας μου κάθονταν με το λοχαγό και τον ανθυπολοχαγό στην πόρτα, και εμείς μαζί τους, η μάνα μου, η Χριστιανή, ο Γιώργον και η Φωτεινή, κοιτάζαμε πώς τυραννούσαν την καημένη την Αρμένισσα, όμως κανένας δεν έβγαζε τσιμουδιά, ούτε οι αξιωματικοί, ούτε εμείς.
   Τότε έφυγα από το σπίτι μου και τους ακολούθησα κρυφά. Πήγαν τη δύστυχη γυναίκα στο σπίτι του προέδρου του χωριού. Όταν πλησίασα, την είδα καθισμένη σε μια καρέκλα κι οι Τούρκοι της έκαναν αίσχη μεγάλα. Τρομαγμένος επέστρεψα στο σπίτι μου.
   Ήλθε η ώρα του φαγητού και αφού φάγαμε, κάναμε δύο ώρες παρακάθ’. Κατόπιν οι αξιωματικοί πλάγιασαν στην κάμαρη και εμείς στην άλλη, όμως εκείνη την βραδιά δεν κοιμηθήκαμε καθόλου από τον φόβο μας. Τα βασανιστήρια που υπέστη εκείνη η γυναίκα, δεν μπορούσαν να σβήσουν από την ματιά και το μυαλό μας. Ολόκληρη νύχτα μείναμε άγρυπνοι και ο Θεός με το καλό μας ξημέρωσε.
   Το πρωί, πλύθηκε ο λοχαγός κι ο ανθυπολοχαγός και κάθισαν έξω. Έπειτα, βγήκαμε κι εμείς, και η συγχωρεμένη μάνα μου μίλησε στο λοχαγό, στα τούρκικα. Ήθελε να του παραπονεθεί για τις βαναυσότητες των Τούρκων χωροφυλάκων στην Αρμένισσα και γενικότερα στον αρμενικό λαό. Απέναντι από το σπίτι μας υπήρχε ένα πευκόδασος. Στο κέντρο του βρίσκονταν ένα ξερό πεύκο.
   Του είπε λοιπόν:
   - Βλέπεις αφέντη, εκείνο το δάσος με τα πεύκα; Βλέπεις τα καταπράσινα δέντρα που έχουν τα φύλλα τους, τα κλαδιά τους, πώς γελούν και πώς χαίρονται; Βλέπεις κι εκείνο το ξερό δέντρο; Ούτε κλαδιά έχει, ούτε πρασινάδα και είναι σκυθρωπό. Και το κράτος τέτοιο είναι. Δεν έχει χέρια, ούτε πόδια και ούτε γελάει. Τι έκαναν αυτά τα γυναικόπαιδα και τα τυραννούν έτσι;
   - Μάνα μου, απάντησε ο λοχαγός, έχεις μεγάλο δίκαιο. Αλλά κι εμείς δε φταίμε, μας διατάζει το κράτος. Μάνα θα περάσει κι αυτό. 
   - Θα περάσει, συνέχισε η μάνα μου, αλλά πώς περνάει; Σφάζεται ο λαός και τότε ησυχάζει.

   Αυτή η σφαγή τελείωσε· ο στρατός έφυγε για το Μέτωπο· ο πόλεμος συνέχιζε, έφυγε το ’15 και γυρίσαμε στο ’16. Ο μεγάλος  αδελφός μου ήταν στρατιώτης, όμως είχαμε τον Δήμαρχο της Νικοπόλεως πολύ καλό φίλο, τον έλεγαν Ριζά Πεϊ, και τον τοποθέτησε στην διαχείριση του Στρατού, στην Αποθήκη. Τα μεταγωγικά κουβαλούσαν τα διάφορα φορτία, και ο αδελφός μου τα ζύγιζε και τα παραλάμβανε, και άλλα μεταγωγικά παραλάμβαναν εφόδια από τον αδελφό μου και τα πήγαιναν στο Μέτωπο. Στην ίδια διαχείριση του Στρατού με τον αδελφό μου αλλά στην περιοχή Κουλάκ-καγια της περιφέρειας Κερασούντας, εργάζονταν και ο Χατζίκας Τάραλης, που ανέφερα πριν ότι φιλοξενήσαμε μια βραδιά, τον κάναμε κουμπάρο και ήταν από την Κερασούντα. 
   Εκεί λοιπόν,  γίνονταν πόλεμος, οπότε οι άνδρες του χωριού μας, δεν πολυκυκλοφορούσαν έξω. Μόνο οι γυναίκες και φυσικά ο πατέρας μου που ήταν παπάς. Το σπίτι μας έγινε κέντρο διερχομένων. Όλοι σε μας έρχονταν, είτε χωροφύλακες, είτε κρατικοί υπάλληλοι ή οποιοιδήποτε άλλοι. Έτσι, ο κόσμος απέφευγε το σπίτι μας, και γενικότερα κρύβονταν από τον φόβο του. Μία μέρα ήρθαν σε μας, ένας εισπράκτορας με έναν χωροφύλακα. Έφαγαν, ήπιαν και λέγει ο ένας στον πατέρα μου:
   - Συγκέντρωσε τους άντρες του χωριού, για να μεταφέρουν στη ράχη τους κάποια τρόφιμα. 
   Ο πατέρας μου του απαντά:
   - Άνδρες  δεν υπάρχουν, μόνο οι γυναίκες και τα παιδιά έμειναν. 
   - Ας μην υπάρχουν, λέει αυτός, ας είναι γυναίκες και παιδιά, όσοι μπορούν να φορτωθούν, και εσύ να είσαι επικεφαλής. Εμείς φεύγουμε· αύριο μάζεψε τα άτομα, όσα μπορείς, και να πας από το Σαρτσόκη (Ασαρτζούχ) να παραλάβεις τα τρόφιμα και να τα πας στην Νικόπολη. 
   Μαζέψαμε λοιπόν,  εκατό άτομα και μας έδωσαν το φορτίο που ήταν  καθαρή φουντουκόψιχα. Ξεκινήσαμε για το χωριό και ο πατέρας λέγει σ’ εμένα και τον αδελφό μου τον Γεώργον: 
   - Να προσέχετε στο δρόμο, να μην τα κλέψουν.

   Ο κόσμος όμως, δεν μπορούσε να κρατηθεί. Με τα χέρια τρυπούσαν τα τσουβάλια και άλλοι έτρωγαν, άλλοι τα έβαζαν στα ζωνάρια τους, κι εγώ με τον αδελφό μου φωνάζαμε:
   - Παπά, όλοι κλέβουνε, δεν μπορούμε να τους ελέγξουμε… όμως με τον κόσμο μπορείς να τα βάλεις; 
   Την άλλη ημέρα, τα πήγαμε στην Νικόπολη για να τα παραδώσουμε. Όταν τα ζύγισαν, βρέθηκε έλλειμμα χιλίων οκάδων. Ενοχλημένος ο λοχαγός, λέγει στον πατέρα μου:
   - Παπάζ αφέντη, έλα εδώ, πως είναι δυνατόν, τόσο μεγάλο έλλειμμα γίνεται; 
   - Εξούκ μπέη αφέντη, και εσύ να ήσουν, τι θα έκανες; Ο κόσμος είναι τόσο πεινασμένος, που δεν ακούει ούτε φωνές ούτε τσιρίδες. Λιμοκτονά τόσο, που είτε έφαγε είτε δεν έφαγε, πάλι πεινασμένος είναι. Πες μου, τι να τους πω, τι να τους κάνω;
   Και ο λοχαγός του λέγει: 
   - Παπαζ εφέντη, έχεις το δικαίωμα, όλοι έχουν το δικαίωμα να ζήσουν, είτε είναι εκατό χρονών είτε είναι δέκα. 
   Ευτυχώς, ο λοχαγός ήταν φίλος του πατέρα μου, και έτσι πέρασε η μπόρα.



Ο παράνομος Τόμογλης

   Τώρα, για να συνεχίσουμε, θα γυρίσουμε στο 1915. Όταν τελείωσε η σφαγή τον Αρμενίων, κατά το καλοκαίρι, τον Αύγουστο μήνα, βγήκε ένας, άγνωστος σε μας, κλέφτης από της Κερασούντας την περιφέρεια, και ήλθε προς τα δικά μας τα μέρη, της Νικοπόλεως. Το λημέρι του ήταν στην περιφέρεια του χωριού μας. Όταν ήλθε στα μέρη μας, ρώτησε σε κάθε χωριό για να μάθει ποιος είναι πλούσιος. Πήρε τις πληροφορίες του, όμως εκείνοι που παλαιότερα ήταν πλούσιοι, είχαν πλέον πτωχεύσει. 
   Μια μέρα πήγα για ξύλα με το γαϊδουράκι, είκοσι λεπτά δρόμο έξω από το χωριό. Έκοψα τα ξύλα, τα φόρτωσα στο γαϊδουράκι και ξεκίνησα τον δρόμο της επιστροφής. Στα μισά του δρόμου, είδα έναν γέρο με το μπαστούνι του, να φεύγει μες το δάσος. Με είδε και με ρώτησε:
   - Που κυκλοφορείς μόνος σου, δεν φοβάσαι; Δεν άκουσες ότι ήλθε  κάποιος  κλέφτης σε αυτά τα μέρη; 
   - Ας ήλθε, τι θα μου κάνει; του απαντώ. Ο πατέρας και η μάνα μου με περιμένουν στο σπίτι. 
   Έφτασα στο σπίτι, ξεφορτώσαμε τα ξύλα από το γαϊδούρι και αφού το έβαλα στον στάβλο, ενημέρωσα τον πατέρα μου για τον ξένο, και αυτός ξεκίνησε για να τον βρει· πήγα κι εγώ μαζί του. 
   Τα σπίτια μας ήτανε δώματα, οπότε όταν πήγαμε κοντά του, τον είδαμε στο δώμα να κάθεται πάνω σ’ ένα στρώμα «παχταση πουζεμε», και είχε κάποιον μαζί του, γονατιστό, από εκείνους τους πλουσίους που είχε γραμμένους στον κατάλογό του. Ο πατέρας τον καλωσόρισε:
   - Χοσκελτήν σεφά κελτήν, καλώς ήλθατε, χαρά μας φέρατε.
   - Χος πουλτούκ, καλώς σας βρήκα, και συνέχισε:
   -Παπάζ εφέντη πουγιουρούν οτουρούν, ορίστε, κάθισε παπάζ εφέντη.
   Κάθισε o πατέρας μου και λέγει στον ξένο:
   - Ησμινι παγσλε ατσαξην, μπορείτε να μου πείτε το όνομά σας;.
   - Ισμαήλ αγά, με λένε, όμως το παρατσούκλι μου είναι Τόμογλη του απαντά εκείνος. (Προφανώς, πρόκειται για έναν από τους τέσσερις αρχισυμμορίτες, Τόμογλου, ο οποίος μαζί με τον Τοπάλ Οσμάν, τον Ταπάνογλου και τον Καρά Αχμέτ, «αλώνιζαν» εντελώς ασύδοτα ως απόλυτοι κυρίαρχοι πάνω σε περιουσίες και ανθρώπινες ζωές, σε ένα καθεστώς αναρχίας που δημιουργήθηκε μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, την  ανακωχή και τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ.:  Οσμάν Φεριτίνογλου (Τοπάλ Οσμάν) - Ένας εγκληματίας ως «εθνικός ήρωας», Νικολάου Πετρίδη - http://garasari.blogspot.gr/2014/05/blog-post_29.html#more )  
   - Αφ ετερσην Ισμαήλ αγά, που αταμ νε γιαπτη, γοϊτούν τηζλερην υστουτετά τα οτουριουρ πουνουν τσανι γιωκ μου, δηλαδή, συγνώμη  Ισμαήλ αγά, τι έκανε αυτός ο άνθρωπος και τον έβαλες να κάθεται στα γόνατα, ψυχή δεν έχει; του λέει ο πατέρας μου, κι αυτός του απαντά: 
   - Παπάζ εφέντη, αμα ζαμαρ βουρ τουν πενη. Αυτός ο άνθρωπος πολύ με στεναχώρησε, και του πρόσταξε να σηκωθεί και να καθίσει όπως κι εκείνοι. 
   Εν τω μεταξύ, ο ήλιος βασίλευσε και σιγά - σιγά ο κόσμος έρχονταν κοντά του. Ήλθαν κάμποσοι, δέκα με είκοσι άτομα. Άρχισε να σκοτεινιάζει και  ορισμένοι τον κάλεσαν στο σπίτι τους. 
   - Μόνον στο σπίτι του Παπά πηγαίνω, πουθενά αλλού, απάντησε ο Τόμογλης.

 Ο νέος ναός του Αγίου Γεωργίου στη Λίτζασα


   Όταν φτάσαμε στο σπίτι μας, είπε ο πατέρας μου στον αδελφό μου: 
   - Αντώνη, πήγαινε να σφάξεις ένα αρνί. Πάρε και τον Αλέξανδρο να σε βοηθήσει.
   Ο Τόμογλης ειδοποίησε και τους συντρόφους του, και κατέβηκαν από τα υψώματα και όλοι μαζί ήλθαν στο σπίτι. Καθίσανε· η φιλοξενία ήταν αβραμιαία. Τα τραπέζια ήταν όλα στολισμένα με τα φαγητά, και επειδή πάντοτε είχαμε κάποιον μουσαφίρη, ο πατέρας μου φρόντιζε να βρίσκονται στο σπίτι, έξι οκάδες (παλιά μονάδα μέτρησης βάρους, ίση με 1282 γραμμάρια) ούζο. Έφαγαν, ήπιαν, γλέντησαν και συζήτησαν. 
   - Παπάζ αφέντη, εγώ κλέφτης δεν είμαι, έκανα κάτι  και το κράτος με έχει επικηρύξει, για αυτό βγήκα στο κλαρί και από αυτούς που γυρεύω τα λεφτά το κάνω για να ζήσω, και αν δεν μου τα δίνουν, τότε θα τους κάνω κακό. 
   Ο πατέρας μου του περιέγραψε την δύσκολη κατάσταση που βρίσκονταν οι συγχωριανοί, και δεν είχαν τα λεφτά που ζητούσε. Θα έδινε όμως, άλλος μία λίρα και άλλος δύο, ανάλογα με τις δυνατότητες του ο καθένας «κι έτσι ας ησυχάσει το πράγμα». 
   Έτσι, τον κατάφερε και δέχθηκε. Κατόπιν, ειδοποίησε κάμποσους και ήλθαν σε μας και του έδωσαν εκείνα που συμφώνησαν· δύο άτομα όμως, όλο ξέφευγαν· ο Τελπίζην και ο Χατζη-Ηλίαν (ο Τελπίζην από την οικογένεια των Ποτουράντων, και ο Χατζη-Ηλίαν από την οικογένεια των Αλεξανδράντων, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)· όλο πήγαιναν στο παζάρι για να μην πληρώσουν ή κρύβονταν. Όμως, λέγει ο κλέφτης:
   - Που θα πάνε, μια μέρα θα τους πιάσω. Θα έρθω στο χωριό, χωρίς να το καταλάβει κανείς, και τότε θα τους  πιάσω...

 Εικ. 11.  Ο νέος Ιερός Ναός, μεταξύ Ταμουράντων και `Ναύλε (Εναυλίων),
παραδομένος στην εγκατάλειψη 


   Οι Γαρασαρέτες αγαπούσαν την Ορθόδοξη Πίστη μας, αγαπούσαν τον Θεό και εκκλησιάζονταν συχνά. Ιδιαίτερη ευλάβεια είχαν στον Άγιο Γεώργιο. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και από τους πολλούς ναούς και τα παρεκκλήσια που ήταν αφιερωμένα στο όνομά του, αλλά και από τις θαυμαστές ιστορίες των συμπατριωτών μας. 
   Η Λίτσασα είχε δύο εκκλησίες προς τιμή του Αγίου, τον οποίο ευλαβούνταν ακόμη και πολλοί μουσουλμάνοι και τιμούν έως σήμερα!

 Ερείπια του παλιού ναού Αγίου Γεωργίου 
στο συνοικισμό Ταμουράντων, στη Λίτζασα Νικοπόλεως


   Η παλιά εκκλησία της Λίτσασας βρίσκονταν στον μαχαλά των Ταμουράντων, ενώ η νέα και μεγαλοπρεπής εκκλησία του αη-Γιώργη, κατασκευάστηκε το 1874, στην περιοχή Ναύλε, στην είσοδο του χωριού, δίπλα στον τότε δημόσιο δρόμο (http://garasari.blogspot.gr). Ορθώνεται μέχρι σήμερα, μαρτυρώντας σιωπηλά, τις ματωμένες ρίζες των προγόνων μας, τις οποίες, ότι και να κάνουν, δεν μπορούν να ξεριζώσουν, διότι βρίσκονται γερά φυτεμένες στην καρδιά μας... 
   Ο Άγιος Γεώργιος, ήταν λιθόκτιστος και μεγαλοπρεπής ναός, με θολωτή στέγη, μεγαλοπρεπές εικονοστάσιο και περικαλλές τέμπλο, το οποίο κατασκευάστηκε από νικοπολίτη τεχνίτη. 
   Όταν ολοκληρώθηκε, οι χωριανοί εκκλησιάζονταν πλέον σ’ αυτόν το ναό, αλλά μια φορά το χρόνο λειτουργούσε και ο παλιός Αη-γιώργης, που σωζόταν μέχρι το 1924.
   Στο χωριό υπήρχαν και τα παρεκκλήσια Πέτρου και Παύλου, του Αγίου Πνεύματος, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και της Αναλήψεως (http://garasari.blogspot.gr)

 Εικ. 13. Ο Άγιος Γεώργιος Λίτσασας


   Στον Άγιο Γεώργιο λοιπόν, μία ημέρα γιορτινή,… αλλά ας αφήσουμε τον Αλέξανδρο:

   Μία ημέρα ήταν μεγάλη εορτή και ο κόσμος βρίσκονταν στην εκκλησία. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία και αφού οι πιστοί έπαιρναν το αντίδωρο, κατευθύνονταν στην πόρτα για να εξέλθουν. 
   Η πόρτα όμως, δεν άνοιγε και ο πατέρας μου φώναζε από το Άγιον Βήμα: 
   - Γιατί δεν βγαίνετε έξω και μαζευτήκατε στην πόρτα; 
   - Η πόρτα δεν ανοίγει παπα-Γιάννη, είναι κλειδωμένη απ’ έξω, λέγει ο κόσμος. 
   Η  συγχωρεμένη η μάνα μου κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα, βλέπει τον Ισμαήλη και του φωνάζει:
   - Ισμαήλ, άνοιξε,  τι κάνεις έτσι! Γιατί μας κλείδωσες; 
   - Μάνα, λέγει ο Ισμαήλ, εσύ είσαι; Έλα βγες εσύ και να πας να μαγειρέψεις. 
   Κατόπιν, ο κόσμος έβγαινε έξω, και ο Ισμαήλ ρωτούσε: 
   - Του Τελπίζ η γυναίκα ποια είναι; και του Χατζη- Ηλία;
   Ο κόσμος του έδειξε τις γυναίκες που έψαχνε, και εκείνη την ώρα τελείωσε και ο πατέρας την Κατάλυση και βγήκε έξω. Ο Ισμαήλ πήρε τις γυναίκες και τις έφερε σε μας·  αγρίεψε όμως, πολύ επειδή τον κορόιδευαν λέγοντας «να σήμερα θα φέρουμε τα λεφτά, να αύριο θα τα φέρουμε» και δεν του τα έφερναν, και αποφάσισε να τις σκοτώσει.

 Εικ. 14. Τμήμα του ξυλόγλυπτου τέμπλου


   Μέσα  στην κάμαρή μας, οι γυναίκες παρακαλούν τον πατέρα μου: 
   - Παπα-Γιάννε, γλύτωσέ μας. 
   Ο πατέρας μου στάθηκε μπροστά στο όπλο και του λέγει: 
   - Αν είναι να σκοτώσεις κάποιον, Ισμαήλ, σκότωσε εμένα». 
    - Πρέπει να σκοτώσω πρώτα εμένα και μετά εσένα, είπε ο Ισμαήλ στον πατέρα μου, και ο πατέρας μου λέγει στις γυναίκες: 
   - Να πάτε να γυρίσετε στην γειτονιά, όπου ελπίζετε ότι θα σας δώσουν χρήματα, και να μαζέψετε κάμποσα για να τα δώσουμε στον Ισμαήλ. 
   Έτσι και έκαναν· συγκέντρωσαν κάμποσα χρήματα, τα έδωσαν στον κλέφτη και σταμάτησε το κακό. Κάθε  μια εβδομάδα έρχονταν σε μας· έτρωγε, έπινε και γλεντούσε. Κάθε τόσο, έκανε τις περιοδείες του στα χωριά, και συγκέντρωνε χρήματα όμως, κατά τα άλλα, ήταν καλός κυρίως προς το  χωριό μας. Μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε στην Περιφέρεια, όπου θέλαμε, ελεύθερα, διότι τα χρόνια ήτανε πολύ δύσκολα και το όνομά του ήτανε μεγάλο και ξακουστό. Όποτε άκουγαν «Τόμογλη  Ισμαήλ», άνοιγαν οι δρόμοι.


Οι άρπαγες πρόσφυγες

   Αυτά γίνονταν το 1916· τώρα είναι Ιούλιος, πέρασε και αυτή η μπόρα· άρχισαν όμως, να έρχονται οι πρόσφυγες από την Τραπεζούντα, οι λεγόμενοι  Λαζοί (οι Λαζοί καμμία σχέση δεν έχουν με τους Ποντίους· Λαζός ήταν και ο σφαγέας Τοπάλ Οσμάν. Γιά περισσότερα, βλ.: Κ. Φωτιάδης, Πόντιοι ή Λαζοί, ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ 2010 μ.Χ.). Είχε ανοίξει το μέτωπο του πολέμου.

 Εικ. 15. Άποψη της σύγχρονης Τραπεζούντας


   Ξεσηκώθηκαν λοιπόν, οι Λαζοί από την Περιφέρεια της Τραπεζούντας και ήλθαν προς τα μέρη μας. Η Ρωσία προχωρούσε. Ορισμένοι  προύχοντες  και ευκατάστατοι, από τον Ιούνιο άρχισαν να φεύγουν.
   Ο Δήμαρχος της Νικοπόλεως, που ήταν φίλος του πατέρα μου, μία μέρα του στέλνει χαιρετισμούς, με την παράκληση την επόμενη ημέρα να κατέβει στην Νικόπολη.  Όταν συναντήθηκαν, ήμουν κι εγώ μαζί του, του είπε:
   - Ε, παπάζ αφέντη, σου παραδίδω τήν περιουσία μου για να την προσέχεις μέχρι νά γυρίσω. Εάν μου συμβεί κάτι και δεν γυρίσω, όλη αυτή η περιουσία θα γίνει δική σου. 
   Έπειτα πήγαμε στο σπίτι του. Το θέαμα με ἐντυπωσίασε. Η αυλή του ήταν πέντε στρέμματα και περιτρυγιρίζονταν από ντουβάρι που είχε δύο μέτρα ύψος. Όταν είδα την αυλή, τα μάτια μου θάμβωσαν. Είχε μέσα του  κόσμου τα καλά· τι φρούτα ήθελες, όλα εκεί μέσα ήταν!    Κατόπιν μπήκαμε στο σπίτι· μας έδειξε ό,τι είχε μέσα· και τι δεν είχε! Βγήκαμε έξω, κλείδωσε τις πόρτες και τα κλειδιά τα παράδωσε στον πατέρα μου. Είχε όμως και, περίπου, είκοσι μελίσσια, τα οποία ήθελαν την φροντίδα τους. Έτσι ο Δήμαρχος, παρακάλεσε τον πατέρα μου, να τα πάρει στο χωριό και εμείς, αναγκαστικά, τα πήραμε. Ήταν Ιούλιος μήνας, ζέστη· πήραμε κάμποσα μουλάρια και τα φέραμε στο χωριό. 

   Αυτό τώρα, ας το αφήσουμε και να έλθουμε πάλι στους πρόσφυγες.
   Ερχόντουσαν από την Τραπεζούντα μεγάλα κύματα προσφύγων. Ορισμένοι από αυτούς δεν μας πείραζαν. Όλοι  περνούσαν μέσα από το κέντρο του χωριού μας με τις αγελάδες τους, με τα βόδια τους και ό,τι είχανε: στρώματα, τροφές, και είδη πρώτης ανάγκης. Τα είχανε φορτώσει στις αγελάδες και στα βόδια. Οι πρώτες παρτίδες, ήλθαν, πέρασαν, τίποτα δεν μας πείραξαν. Οι τελευταίες παρτίδες που ήλθανε, έμειναν στους γιαϊλέδες (βοσκοτόπια) μας, είκοσι πέντε λεπτά έξω από το χωριό.  
   Αυτοί μας κατάστρεψαν τα γεννήματα, τα τάισαν όλα, τα κατάστρεψαν όλα· ούτε ζώα μάς άφησαν, ούτε τίποτα. 
   Τελικά, αναγκαστήκαμε και εγκαταλείψαμε το χωριό και πήγαμε σε ένα πυκνό δάσος.    Πέρασαν δεκαπέντε ημέρες σ’ αυτό το δάσος, απ’  όπου παρακολουθούσαμε, κάθε ημέρα, τις κινήσεις τους εντός του χωριού. Άνοιγαν τις πόρτες των σπιτιών, και άρπαζαν ό,τι έβρισκαν. Αγανακτήσαμε, και ο  πατέρας μου έδωσε εντολή στον αδελφό μου: 
   - Αντώνη, μαζί με τον Σάββαν και τον Γιάνκον, να πάτε να βρείτε τον Τόμογλη, να του δώσετε χαιρετισμούς και να του πείτε τι πάθαμε από τους «μουγαζσίριδες», τους πρόσφυγες δηλαδή, ότι δεν μας άφησαν τίποτα, μας τα πήραν όλα και είμαστε κρυμμένοι στο δάσος. Αυτός αμέσως πήρε τα παλικάρια του και ξεκίνησε.
   Εν τω μεταξύ, μια ώρα μακριά από το χωριό μας, είχαμε κάτι μάνδρες. Το λημέρι του Τόμογλη ήταν μιάμιση ώρα μακριά, όμως ο δρόμος του ήταν να περάσει από τα καλύβια (που βρίσκονταν εντός των μανδρών), οπότε είδε τους πρόσφυγες που τα είχαν κατακλείσει, και άρπαζαν ό,τι έβρισκαν. Τότε, άρχισε να πυροβολεί και σκότωσε δεκαπέντε άτομα. Οι άλλοι τρόμαξαν κι έγιναν άφαντοι από το φόβο τους. Αφού τελείωσε η μικρή πολεμική επιχείρηση, ο αδελφός μου, οι δύο συντροφοί του και ο Τόμογλης, ήλθαν στο χωριό και μας ειδοποίησαν να κατεβούμε από το δάσος.
   Ο Τόμογλης πρότεινε να κυνηγήσουν όσους πήραν ζώα:
   - Να έλθετε μαζί μου και να πάμε να πάρουμε τα ζώα σας. 
   - Ισμαήλ αγά, ό,τι έγινε έγινε. Είναι επικίνδυνο για εμάς, να τους κυνηγήσουμε. Εσύ έχεις την καλή πρόθεση, αλλά σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι· αυτοί μπορεί να μας κάνουν κακό, του λέγει ο πατέρας μου. 
   - Παπάζ αφέντη, νε τερσην σεν ονλαρην ανασινλαρη Σηκερημ τομογλου ολτουγου γερε κημσε Πυρσε γιπαμαζλαρ. Τι λες Παπά αφέντη, τίποτε δε μπορούν να μας κάνουν. 
Τελικά, πήγαν κάμποσα άτομα μαζί του, και κατάφεραν να πάρουν πίσω,  άλλος δέκα κατσίκια, άλλος είκοσι και άλλος πέντε. Σε μας έφερε ένα άλογο, ένα γαϊδούρι και ένα όπλο. Ο πατέρας μου τον μάλωσε:
   - Γιατί τα έφερες αυτά ξένα πράγματα, αύριο μεθαύριο αν έρθει ο νοικοκύρης τους, τι να του πω; 
   - Μήπως τα έκλεψες εσύ; Να πεις ότι σου τα έδωσα εγώ, και κανένας δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα. Άφησε που αυτά τα χρόνια είναι κακά. Το όπλο κράτα το, αφού είναι εδώ ο Αντώνης. Ας το παίρνει μαζί του, όπου πηγαίνει. 
   Έτσι απέδειξε ο Τόμογλης, αυτό που είχε εξομολογηθεί από την αρχή στον πατέρα μου, ότι δεν είναι κλέφτης, απλώς ζητούσε μόνο τα προς το ζειν.



Ο Χατζίκας Ταραλής

   Τελείωσε και αυτή η φασαρία, ο πόλεμος όμως, συνεχίζεται. Τώρα λοιπόν, ας έρθουμε στον Ταραλή τον Χατζίκα, για τον οποίο έγραψα προηγουμένως ότι είχε έρθει μουσαφίρης και βάπτισε τον μικρό αδελφό μου και ότι ήταν στην διαχείριση του Στρατού. Ήταν τότε που είχε γίνει η σφαγή των Αρμενίων, το 1915, και αυτός είχε κρύψει είκοσι Αρμένιους. Κάποιος Τούρκος όμως, τους ανακάλυψε και ειδοποίησε τις  Αρχές. 
   - Πώς έχετε αυτόν τον άνθρωπο στην διαχείριση του Στρατού, αυτός είναι προδότης της Πατρίδος, τους είπε. 
   Μετά από αυτό, άρον άρον τον άρπαξαν από εκεί και διέταξαν να εκτελεστεί με απαγχονισμό ή όπως λέγουν αυτοί την αγχόνη: «τιβανη χαρπ». Όταν έμαθε αυτός για την αγχόνη  στέλνει μυστικά είδηση σε κάποιον λοχαγό που γνώριζε: 
   - Να σου στείλω τριακόσιες λίρες χρυσές για να με γλυτώσεις; 
   Ο  λοχαγός του απάντησε πως από αυτό γλυτωμονή (γλιτωμό) δεν έχει.
   - Θα σου στείλω άλλες τριακόσιες λίρες και κάνε ό,τι μπορείς, βρες κάποιο τρόπο. 

   Ήρθε η ώρα και τον περίλαβαν δύο χωροφύλακες, για να τον οδηγήσουν στην κρεμάλα. Οι εκτελέσεις γίνονταν στη δική μας περιφέρεια, στη Σεβάστεια. Η διαδρομή από την Κερασούντα ως την περιφέρειά μας, διαρκούσε τέσσερις ημέρες με τα πόδια. Ξεκίνησε λοιπόν, η πομπή, άλλοι με τα πόδια και άλλοι με τα μουλάρια. Όλη την ημέρα βάδιζαν  και το βράδι πλάγιαζαν στα χάνια· ήταν δεκάξι άτομα, μαζί με τον αδελφό του, τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους· όλοι για την κρεμάλα.
   Φθάσανε στο τρίτο χάνι, το δικό μας, της περιοχής μας δηλαδή· το τέταρτο χάνι ήταν και το τελευταίο, όπου βρίσκονταν η αγχόνη. Στο δικό μας το χάνι, ο Τάραλης αγόρασε ένα αρνί, το έσφαξε και τους έκανε το τραπέζι· τους πότισε και μπόλικο ούζο και τελικά τους μέθυσε. Έγιναν οι χωροφύλακες σαν ναρκωμένοι, σαν πτώματα. Όταν ξημέρωσε και συνήλθαν λίγο οι χωροφύλακες, δε βρήκαν κανέναν από τους δεκάξι· όλοι άφαντοι. 
   Οι δραπέτες ήρθαν σε μας τη νύχτα· το χωριό μας απέχει είκοσι λεπτά από τα χάνια. Το πρωί οι χωροφύλακες άρχισαν τις έρευνες ψάχνοντας για τους προδότες. Οι καλοθελητές, που πάντα υπάρχουν, τους είπαν:
   - Αφού έφυγαν, θα πήγαν στην Λίτσασα, στου παπα-Γιάννη… 
   Οι χωροφύλακες ειδοποίησαν την αστυνομία της Νικοπόλεως και έδρασαν γρήγορα. Ήλθαν στο χωριό, πήραν τον πατέρα μου από το σπίτι, τον πήγαν επάνω στον μαχαλά, τον ξάπλωσαν στο χώμα και τον έδειραν αλύπητα. Εγώ τότε ήμουν δέκα χρονών· έκλαιγα, φώναζα και τσίριζα. Ο πατέρας μου όμως, δεν τους πρόδωσε. Κατόπιν, έφεραν καρφιά, για να τον καρφώσουν όπως τον Ιησού Χριστό. Έπειτα αποφάσισε ο πατέρας μου και λέγει στα τούρκικα:
   - Ε, ανλαχήμ τινζης οημανλαρι κερμίοσον αλερινη αγιαχλαρήν ζταλουχ γιαπασή σεϊτανλαρη. Ε, δεν έχεις ψυχή μέσα σου; άνθρωπος δεν είσαι; τον διάβολο ακούς;   
   Τότε, λέγει ο ένας χωροφύλακας στον άλλο: 
   - Εμείς τυραννούμε αυτόν τον ρουχάνη, όμως να δούμε, ξέρει τίποτα; και τον άφησαν. 
   Η κατάσταση ήταν τραγική· το κορμί του είχε γίνει μαύρο, όπως η πίσσα. Τον πήγαμε στο σπίτι μας, σφάξαμε μία προβατίνα, φορέσαμε το δέρμα της στο σώμα του και πλάγιασε στο κρεβάτι.  Όταν έφθασε η αστυνομία ήταν ήδη αργά. Είδαν τον πατέρα μου σε αυτά τα χάλια και στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ. Ο Σαπρή πέης, που ήταν ο αρχηγός των χωροφυλάκων που τυράννησαν τον πατέρα μου, τους παρήγγειλε να έρθουν στο σπίτι και τους ζήτησε τον λόγο·  ζήτησε να του δώσουν εξηγήσεις: 
   - Από που πήρατε διαταγή να έλθετε από άλλη περιφέρεια και να καταντήσετε σε αυτά τα χάλια τον δικό μας τον παπά; Εμείς  έναν παπά έχουμε στην περιφέρεια ξακουστό και έρχεστε εσείς τα γαϊδούρια να τον τυραννάτε; 
   Λέγοντας αυτά ο Σαπρή πέης, σηκώθηκε όρθιος, και τους δίνει από τέσσερα γερά σκαμπίλια και τους είπε:
   - Να γονατίσετε γρήγορα μπροστά στον παπά, να του φιλήσετε τα πόδια και να σας δώσει την ευχή του, όπως και έκαναν. 

   Πέρασαν δύο ημέρες  από τότε και ο αδελφός μου ο Αντώνης δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Συλλογίζονταν τον τρόπο που θα φυγάδευε τους δεκάξι συμπατριώτες. Είχε έναν έμπιστο Τούρκο, στον οποίο τελικά ανέθεσε να τους πάει στα ρωσικά σύνορα και να τους περάσει στη Ρωσία· τον πλήρωσαν είκοσι χρυσές λίρες. Εν τω μεταξύ, οι χωροφύλακες ήταν στο χωριό· αφού έδιωξε τους άλλους δύο, που ήταν από την περιφέρεια της Κερασούντας, ο Σαπρή πέης λέγει στην μάνα μου:
   - Που θα πάνε; εγώ θα τους βρω. 
   - Μακάρι να τους βρεις. Ο Θεός βοηθός είναι, τι να του έλεγε η μάνα μου, για να του δώσει θάρρος. 
   Την άλλη μέρα, πήρε ο Σαπρή πέης τους χωροφύλακες και τραβήξανε προς αναζήτηση των δραπετών. 
   Οδοιπορώντας, οι κυνηγημένοι πατριώτες, προς την Ρωσία κουράστηκαν και με την υπόδειξη του οδηγού κάθισαν να ξεκουραστούν για λίγο. Ήταν νύχτα και η ομίχλη κάλυπτε την περιοχή. Ξύπνησαν και συνέχισαν τον δρόμο τους. Είχε αρχίσει να χαράζει· το πρώτο φως άρχισε να φωτίζει τα σκοτεινά τους πρόσωπα. Τότε συνέβη και το ανέλπιστο· τότε αντιλήφθηκαν ότι το ένα το παιδί, ο δεκαοχτάχρονος Μήτρος, δεν ήταν μαζί τους. Τώρα, τι γίνεται; Ο Τούρκος οδηγός λέγει στον πατέρα του παιδιού: 
   - Εσύ πρέπει να γυρίσεις πίσω, για να βρεις το παιδί· εγώ αυτούς θα τους περάσω στη Ρωσία. 
   Ο πατέρας του παιδιού αναγκαστικά έπρεπε να γυρίσει πίσω. Μπορούσε να αφήσει το παιδί του; 

   Ο Σαπρή πέης, με τους δικούς του, είχε φύγει νωρίς το πρωί για να συλλάβει τους δραπέτες. Βράδιασε και τον είδαμε να επιστρέφει μέσα στο σκοτάδι. Δεν ήταν όμως μόνος. Κοιτάξαμε καλύτερα και είδαμε το παιδί, τον Μήτρο. Όταν τον είδαμε, οι καρδιές μας χτυπούσαν σαν το ρολόι. Κατέβηκαν από τα άλογα, τα βάλαμε στο στάβλο, και οι χωροφύλακες πήγαν στην κάμαρη να ξαποστάσουν. Ο πατέρας μου, κοιτάει στα μάτια τον Σαπρή πέη και του λέει: 
   - Το παιδί άφησέ το· ας πάει μαζί με τα παιδιά.  
   - Ας πάει, μήπως δεν έχω εμπιστοσύνη στον Παπαγιάννη; 
   Με την πρώτη ευκαιρία, ρώτησε ο πατέρας μου τον Μήτρο: 
   - Μήπως τους είπες ότι σας βοηθήσαμε να φύγετε;  
   - Όχι νουνέ, απαντά το παιδί, μήπως τρελάθηκα; Τίποτα δεν τους είπα.
   Την επόμενη μέρα τον πήγαν στην Νικόπολη και τον έβαλαν στη φυλακή.
   Μετά από μία εβδομάδα, κάποιος πήγε στο παράθυρο της φυλακής και ψιθύρισε: 
   - Ο Δημητρός Ταραλής ποιος είναι; Αύριο τον έχουν για κρεμάλα… 
   Εκείνη την νύχτα, από εκείνο το μικρό παράθυρο, ο Δημητρός δραπέτευσε, μιας και δεν είχε τίποτε να χάσει… 

   Ήταν μεσάνυχτα· κάποιος χτυπά το παράθυρο μας, και φωνάζει: 
   - Νουνέ…νουνέ…
   Τα χρόνια ήταν φοβερά και επικίνδυνα, ωστόσο ο πατέρας μου ξύπνησε, πήγε στο παράθυρο και ρώτησε: 
   - Ποιος είσαι;. 
   - Νουνέ.. Νουνέ… εγώ είμαι, άνοιξε. 
   Μετά άνοιξαν την πόρτα και είδαμε έκπληκτοι τον Δημητρό. Του λέει ο πατέρας μου:
   - Βρε παιδί μου, πώς ήρθες, πώς τα κατάφερες και ήρθες;!
   - Χθες το απόγευμα ήρθε ένα άτομο στο μικρό παράθυρο της φυλακής, και ψιθύρισε "ο Δημητρός ο Ταραλής ποιος είναι· αύριο τον έχουν για κρεμάλα’’, κι έτσι βγήκα από το παράθυρο και έφυγα". Όμως, όταν τον είχαν συλλάβει φορούσε ωραία ρούχα και τον ρώτησε ο πατέρας μου: 
   - Τι έγιναν τα ρούχα σου και φοράς κουρέλια;. 
   - Νουνέ, έτυχε την νύχτα να συναντήσω κάποιον άγνωστο και τα έδωσα σε κείνον και εγώ πήρα τα δικά του, τα κουρελιασμένα, για να μην με γνωρίσουν. 

   Αυτή η ιστορία είχε αίσιο τέλος, διότι παραδώσαμε τον Δημητρό στον πατέρα του, και έφυγαν για την Ρωσία. 


Εκτοπισμοί και η μεγάλη πείνα

   Τον Δεκέμβριο μήνα του 1916 έγιναν οι εξορίες, από όλη την περιφέρεια της Κερασούντας, της Σαμψούντας, της Τραπεζούντας. Επίσης, από την Ορντού, την Τρίπολη, την Πουλαντζάκη, και γενικότερα από όλες αυτές τις περιφέρειες, οι χριστιανοί υπέστησαν τρομερούς διωγμούς και εξορίες μέσα στο δριμύ ψύχος του χειμώνα.

 Εικ. 16. Οι ατελείωτες, εξοντωτικές πορείες των Χριστιανών. 


   Σαράντα ημερόνυχτα τους υποχρέωναν να κάνουν τροχάδην. Οι Τούρκοι ήταν καβάλα στα άλογα και οι Έλληνες έτρεχαν πεζοί. Στη διαδρομή τους μαστίγωναν και τους ύβριζαν:
   - Γέροι! Περπατάτε… τρέξτε, τους φώναζαν, εξαπολύοντας διάφορες βρισιές και βουρδουλιές. Άλλοι πάλι, τους χτυπούσαν με τους υποκόπανους. 
   Οι πορείες πραγματοποιούνταν με το χιόνι να φθάνει στα δυόμιση μέτρα, διασχίζοντας υψηλά βουνά, το κρύο ήταν τσουχτερό και ο βούρδουλας συνέχεια  ανεβοκατέβαινε στα τυραννισμένα και παγωμένα πρόσωπά τους, στα κεφάλια τους και όπου αλλού τύχαινε· και τους έλεγαν:
   - Χηντζηρ κιαβουρλαρ τηνσηζ ημανσζη τετεηζ κελιωρ Σεβινηορσουνουζ γερούν κεραταλαρ ζιζι. Άπιστα γουρούνια, ούτε θρησκεία έχετε, ούτε πίστη. Γιατί δε χαίρεστε; Κερατάδες…
Και συνέχεια τους χτυπούσαν και τους κορόιδευαν!

   Περνούσαν από τα δικά μας τα μέρη, τους βλέπαμε με τα μάτια μας, και τους πήγαιναν άλλους στην Νιξάριν, άλλους στην Τοχάτην, άλλους στο Εντρεάσην (Νεοκαισάρεια, Τοκάτη και Σούσεχρη, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)
   Φυσικό, αναμενόμενο αλλά και προσδωκόμενο ήταν, ότι όταν έφθαναν στο τέλος της διαδρομής, από τα εκατό άτομα, που είχε κάποια ομάδα, έμεναν οι τριάντα πέντε. Ορισμένοι δε, από αυτούς τους πρόσφυγες, διέφυγαν και έμειναν στα χωριά μας. 
   Βέβαια, όταν βρίσκεται σε κίνδυνο ο γείτονάς σου, κάποια στιγμή θα κινδυνέψεις κι εσύ. Έτσι συνέβη και σε μας· ήλθε και η σειρά μας. Η διαφορά ήταν ότι οι δικοί μας οι Τούρκοι, αυτοί που είχαν υψηλές θέσεις, μας υποστήριξαν και δεν μας εξόρισαν (εννοεί το Μουτεσαφίρη και άλλους προύχοντες της Νικοπόλεως, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)· αυτό το καλό μας έκαναν. Όμως, ποιο το όφελος; 

   Το 1917 άρχισε η μεγάλη πείνα. Εξ αρχής γράψαμε ότι οι πρόσφυγες της Τραπεζούντας, οι Λαζοί, δεν μας είχαν αφήσει, ούτε ζώα, ούτε σπόρους, τα πήραν όλα.  Επομένως, χωρίς σπόρους, χωρίς ζώα, χωρίς τις πρώτες και απαραίτητες πηγές ζωής, άρχισε η πείνα κι έκανε την εμφάνισή του ο θάνατος….
   Ο κόσμος πέθαινε· όσοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, έπαιρναν μια κατσαρόλα και λίγο αλάτι, και ανέβαιναν στο βουνό, μάζευαν χόρτα, τα ζεμάτιζαν λίγο, έριχναν λίγο αλάτι και τα έτρωγαν.
   Όσο περνούσε ο καιρός, η πείνα περίσσευε. Ο κόσμος άρχισε να τρώγει τις γάτες και τα σκυλιά· παλιά τσαρούχια, τα έβαζαν στην φωτιά, φούσκωναν, και μετά, κρατώντας τα με τα δυο χέρια, από τη μια μεριά, και με το στόμα από την άλλη τραβούσαν και κόβονταν κομμάτια τα οποία και έτρωγαν, κι ας ήταν σκληρά σαν ξύλο! 
   Η κατάσταση όλο και χειροτέρευε. Η εξάντληση ήταν εμφανής και στην οικογένειά μας. Ήμασταν εννιά αδέλφια, οι τέσσερις ήμασταν κοντά στον πατέρα μου και στην μάνα μου. 

   Κάποια μέρα, ο πατέρας μου απελπίσθηκε και λέγει στην μάνα μου:
   - Να πάρω τον Αλέξανδρο και να πάω στο Σαρτσούκη· εκεί βρίσκεται ένα τάγμα του στρατού, θα πάω στον αξιωματικό να του γυρέψω τροφή (Όντως, στο διπλανό ρωμαίικο χωριό Ασαρτζούχ, εκείνη την περίοδο είχε την έδρα της μια στρατιωτική μονάδα μεταφορών και εφοδιασμού, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more).
   Πήγαμε λοιπόν, στο γραφείο του, ο πατέρας μου κτύπησε την πόρτα, και αφού φώναξε κάποιος από μέσα «εμπρός», μπήκαμε μέσα. Μόλις είδε ο αξιωματικός τον πατέρα, σηκώθηκε και τον καλωσόρισε στα τουρκικά:
   - Χος κελτήν παπάζ εφέντη, πούγιουρουμ, οτούρ: καλώς ήρθες, παπάζ εφέντη, πέρασε, κάθισε».
   Καθίσαμε  και ρώτησε τον πατέρα: 
   - Πώς είσαι, πώς τα περνάς; 
   - Η κατάσταση, Τσεμάλ Πέη, είναι πολύ δύσκολη, υποφέρουμε από μεγάλη πείνα. Ήλθα να με βοηθήσεις· ό,τι σου βρίσκεται είναι ευπρόσδεκτο.
   - Πόσα άτομα είστε; 
   - Τσεμάλ Πέη, είμαστε έξι άτομα. 
   - Να έρχεσαι κάθε δύο μέρες, να σου δίνω από έξι ταγίνια, κουραμάνες δηλαδή. 

   Όμως η κάθε κουραμάνα ήταν σαν τη γροθιά μου και καλαμποκίσια, αλλά τι να κάνουμε, και ‘κείνο καλό ήταν, αναλόγως την περίσταση. 
   Αυτό κράτησε μία εβδομάδα, διότι αυτός ο αξιωματικός, λόγω της φύσεως του επαγγέλματός του, μετατέθηκε κάπου μακριά. Οι ελπίδες μας κόπηκαν, κάθε μέρα ήταν και χειρότερα, η εξάντληση περίσσευε.
   Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου λέγει στην μάνα μου:
   - Εσύ μείνε στο σπίτι με τον Γεώργιο και την Φωτεινή, κι εγώ ας πάρω την Χριστιανήν και τον Αλέξανδρον και ας πάω στην Νικόπολην. Στην πολιτεία μπορεί να βρω μια δυο οκάδες αλεύρι. 
   Από το χωριό μας στην Νικόπολην είναι, με τα πόδια, τρεις ώρες δρόμος.

 Ο παλιός και ο νέος δρόμος Νικοπόλεως – Κερασούντος


   Ξεκινήσαμε εμείς οι τρεις, και σιγά σιγά βαδίζαμε. Κάναμε τον μισό δρόμο και η καημένη η αδελφούλα μου, δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει. Έμεινε κάτω στον χωματόδρομο. Τι θα κάναμε τώρα; Ούτε εμπρός ούτε πίσω μπορούσαμε να κάνουμε. Οπότε, λέγει ο πατέρας μου: 
   - Χριστιανή κορίτσι μου, εσύ μείνε εδώ κι εμείς ας πάμε στην Νικόπολη και στον γυρισμό σε παίρνουμε. 
   Εκείνη η καημένη, απάντησε με σιγανή φωνή:
   - Πατέρα καλά…

   Ήταν μία κούκλα δέκα επτά χρονών.
   Εμένα με πήρε το παράπονο· άρχισα να κλαίγω· η καρδιά μου δεν άντεχε καθόλου. 
   - Μην κλαις παιδί μου, Αλέξανδρε, μου έλεγε ο πατέρας, στον γυρισμό θα την πάρουμε και θα πάμε στο σπίτι.
   Προχωρήσαμε λοιπόν, προς την Νικόπολη, όπου και τρέξαμε δεξιά, τρέξαμε αριστερά, ώσπου βρήκαμε τρεις οκάδες αλεύρι. Γυρνώντας και μέχρι να φτάσουμε στην αδελφούλα μου, ο ήλιος εβασίλεψε. Η καημένη η αδελφούλα μου ήταν ξαπλωμένη δίπλα στον δημόσιο· καθίσαμε κοντά της και ο πατέρας μου της είπε:
   - Κορίτσι μου Χριστιανή, σ’ έφερα ψωμάκι να φας. 
   Μια ψιλή φωνή βγήκε από το στόμα της: 
   - Πατέρα, δεν μπορώ να φάω… 
   Την σηκώσαμε, την πιάσαμε, από την μια μεριά εγώ και από την άλλη ο πατέρας, και σιγά σιγά, φτάσαμε στο χωριό  στις  δώδεκα η ώρα, τα μεσάνυχτα. Έστρωσε η συγχωρεμένη η μάνα μου το κρεβάτι και βοήθησε την Χριστιανή να πλαγιάσει.  
   Το πρωί, ο πατέρας σηκώθηκε νωρίς, σηκώθηκα κι εγώ μαζί του, για να πάει στην εκκλησία να κάνει το εωθινόν. Είπε ένα δυο τροπάρια και μία θεία μου του έφερε την δυσάρεστη είδηση:
   - Η Χριστιανή πέθανε…
   Τι να κάνουμε, η ζωή λιγοστή ήταν. Σχολάσαμε από την εκκλησία και κατόπιν κάναμε την κηδεία.

 Εικ. 18. Άγιος Γεώργιος, Λίτσασα


   Στο χωριό μας ζούσαν εκατόν είκοσι οικογένειες. Η κάθε οικογένεια αποτελούνταν από δέκα και είκοσι άτομα. Εγώ ήμουν τότε δέκα χρονών. Κοίταζα  το χωριό μας, όσο περνούσε ο καιρός έσβηνε, αγρίευε. Συνέχεια πέθαιναν από την πείνα, η εξάντληση ήταν μεγάλη· δεν υπήρχε τίποτα, ούτε σκυλιά έμειναν, ούτε γάτες, ούτε γαϊδούρια. Όμως, αυτά όσοι τα έφαγαν πέθαναν. Κανένας  δεν έμεινε· όλοι πεινούσαν, όμως όλοι δεν τα τρώγανε· η καρδιά τους δεν το άντεχε. Παρόλη την μεγάλη εξάντληση, ο πατέρας ο συγχωρεμένος, την εκκλησία δεν την άφηνε. Ήταν φιλακόλουθος, λειτουργούσε συνέχεια κι εγώ πάντοτε πήγαινα μαζί του. 
   Κάποιο πρωϊνό, πριν αρχίσει τήν Θεία Λειτουργία, τελώντας ακόμη την ακολουθία του όρθρου, είπε κάμποσα τροπάρια και ήλθε η σειρά να αναγνώσει το εωθινόν Ευαγγέλιο. Δύο σειρές είπε και μετά έπεσε, δεν άντεξε άλλο. Εγώ έκλαιγα, τσίριζα και έτρεξα στον ψάλτη, Γεώργιος Ταμουρίδης τ’ όνομά του, και του είπα:
   - Πασά Γιωρίκα, ο πατέρας μου έπεσε… 
   Αυτός έτρεξε στο Άγιο Βήμα, τον βοήθησα κι εγώ, και τον πήγαμε στο σπίτι. Τον βάλαμε στο κρεβάτι εξαντλημένο κι η μάνα μου, μου είπε:
   - Αλέξανδρε, πήγαινε γρήγορα στου Χατζή Ηλία ή στον Κυριάκον (μάλλον εννοεί τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, τον Χουπούτζ ή τον Κυριάκο Μεϊτενίδη, τον Κιοσκογέτα, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), κοίταξε αν έχουν να σου δώσουν λίγο αλεύρι.
   Αυτοί ήταν οι πιο ευκατάστατοι του χωριού, όμως εκείνον τον καιρό όλοι βρίσκονταν σε δύσκολη κατάσταση, δεν υπήρχε κανείς πρωτοπόρος· αναγκαστικά όμως πήγα.  Από τα δύο σπίτια, έφερα εκατό δράμια (τό δράμι είναι παλιά μονάδα βάρους· ισοδυναμεί με το ένα τετρακοσιοστό της οκάς) αλεύρι. Αυτό είχαν οι άνθρωποι, αυτό έδωσαν. Όταν τους είπα ότι ο πατέρας έπεσε κατά την ώρα που έλεγε το Ευαγγέλιο, δάκρυσαν και είπαν:
   - Θεέ και Κύριε τι κακό πάθαμε... 

   Την ίδια ημέρα που έπαθε αυτό το κακό ο πατέρας μου, κάποιος, ονόματι Σάββας, πήγαινε στο παζάρι. Στο δρόμο, αντάμωσε τον Τόμογλη τον ληστή· του είχαν δώσει αμνηστία και ασχολιόταν με το ζωεμπόριο. Έπαιρνε τα ζώα από την Νικόπολη, τα κατέβαζε στην Κερασούντα και τα έστελνε στην Κωνσταντινούπολη. Είπε λοιπόν, στον Σάββα:
   - Να πας πολλούς χαιρετισμούς στον παπά μου, και να του πεις ότι μόλις τελειώσω την δουλειά μου, στον γυρισμό, θα περάσω να τον δω. 
   Ο Σάββας του εξιστόρησε τα καθέκαστα  σχετικά με τον πατέρα Ιωάννη, και ο Τόμογλης του απάντησε: 
   - Αφού έπαθε αυτό το κακό, δεν θα περάσω να τον δω για να μην τον ενοχλήσω. Μόνο θα σε παρακαλέσω, να του δώσεις το γραμματάκι που θα γράψω.
   - Ευχαρίστως. 
   Το βράδυ, κατά τις εννιά με δέκα, ήλθε ο Σάββας και τους παρέδωσε το γράμμα. Μας παράγγελνε ο Τόμογλης, να φύγουμε οικογενειακώς για την Κερασούντα. Έτσι και κάναμε.
Ξεκινήσαμε το πρωί και το σπίτι το αφήσαμε στον Γεώργιον τον Ταμουρίδην, χωρίς να πάρουμε τίποτα.

   Σε τρεις μέρες κατεβήκαμε στην Κερασούντα. Διαμείναμε σε κάποιο σπίτι με ενοίκιο. Η  Κερασούντα επειδή ήταν Σκάλα, εμπορικό λιμάνι, είχε μεγάλη εμπορική κίνηση. Αυτός ήταν ο λόγος ότι στην πόλη αυτή δεν υπήρξε τόσο μεγάλη πείνα. Έπειτα οι πλούσιοι έκαναν ορφανοτροφείο (Εννοεί το νεόκτιστο Ημιγυμνάσιο Κερασούντος, όπου οργανώθηκαν συσσίτια, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)· μάζευαν τα ορφανά, μικρά και μεγάλα, παιδιά. Σε κάθε κολατσιό τούς έδιναν από μία φέτα ψωμί και ένα κουτάλι φαί και με εκείνο ζούσε ο κόσμος.

   Σε αυτό το σπίτι, καθίσαμε ένα μήνα. Μία μέρα έγραψε ο πατέρας μου ένα γράμμα και μου παρήγγειλε να το δώσω στον Νεόφυτο (Εννοεί τον πρόκριτο Αριστοτέλη Νεοφύτου, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more). Έφθασα στο σπίτι του, στην πόρτα του οποίου υπήρχε ένα σχοινί· τραβούσες το σχοινί, χτυπούσε από μέσα ένα κουδούνι, και κατόπιν άνοιγε η πόρτα. Μου έκανε εντύπωση αυτό, καθώς δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Παρέδωσα το γράμμα στο Νεόφυτο, το κοίταξε και μου λέγει: 
   - Παιδάκι μου, να πας να το δώσεις στον Ιορδάνην τον Σουρμελήν.


   Ο Κερασούντιος Ιορδάνης Σουρμελής, ήταν μεγαλέμπορος και αρωγός των κατατρεγμένων Ελλήνων.  Σε αυτά, τα δύσκολα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσέφερε και την καρδιά του, διοργανώνοντας συσσίτια, ιδρύοντας το Ορφανοτροφείο και λαμβάνοντας μέρος, όχι μόνο σε φιλανθρωπικές, αλλά και σε εθνικές κινήσεις (Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, τόμος 9, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΙΔΕΙΑ/ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ Α.Ε., σελ. 294)
   Έτσι λοιπόν, ο μικρός Αλέξανδρος, με την ελπίδα να φτερουγίζει στην ψυχή και να δίδει ώθηση στα πόδια του, έσπευσε να βρει το σπίτι του ευεργέτη του.
   Γράφει ο ίδιος:


   Μετά πήγα στο σπίτι του Σουρμελή, ο ίδιος όμως έλειπε. Με υποδέχτηκαν δυο νεαρές γυναίκες· ήταν ντυμένες από πάνω έως κάτω με ολομέταξα φορέματα. Με διαβεβαίωσαν ότι θα δώσουν το γράμμα στον Ιορδάνην τον Σουρμελήν κι έφυγα. Τι έγραφε αυτό το γράμμα, δεν ξέρω. 
   Μετά από δύο μέρες, ανταμώσαμε στο Σοχάχ-παση, τον Ιωάννην Πασμαχτσή. Ήταν γνωστός μας· χαιρέτισε τον πατέρα μου και άρχισαν την κουβέντα:
   - Παπαγιάννη, τι γράμμα ήταν εκείνο που έστειλες. Όταν το διαβάσαμε νιώσαμε μεγάλη συγκίνηση.  Όλοι δάκρυσαν. 
   Τελικά παρήγγειλαν στον πατέρα μου να πάει στο γραφείο για να συναντηθεί με την επιτροπή του Ορφανοτροφείου. Όπου πήγαινε ο πατέρας, έπαιρνε και μένα μαζί του. Η επιτροπή πρότεινε να τον τοποθετήσουν στο ορφανοτροφείο, ως ιερέα και διαχειριστή, για να γλυτώσει έτσι και η οικογένειά μας. Ο πατέρας μου δέχτηκε.

 Το Σοκάκ-μπασή της Κερασούντας


   Ήταν μια καλή περίοδος. Γλυτώσαμε από τον θάνατο και περάσαμε καλά. Το ορφανοτροφείο βρίσκονταν στο κέντρο του Σοχάχ-παση. Ένα πρωί λοιπόν, καθώς έπαιζα εκεί, την ημέρα του Αγίου Παύλου, παρατήρησα δυο νεαρούς, ντυμένους με τα καλά τους τα κουστούμια, να πηγαίνουν προς το Σάι-ταση. Άρχισα να τους παρακολουθώ·  στα χέρια τους κρατούσαν από ένα πιστόλι και από ένα δίστομο μαχαίρι.

 Εικ. 20. Άποψη της Κερασούντος, διακρίνεται ο Άγιος Νικόλαος 


   Συνέχισα να τους ακολουθώ· φθάσανε στον συνοικισμό του Σάι-ταση και μπήκαν στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Εκείνη την ώρα έντυναν τον Δεσπότη με τα άμφιά του, τον οποίο και πυροβόλησαν οι δυο νεαροί για να τον σκοτώσουν μέσα στην εκκλησία! (Ήταν ο Μητροπολίτης Χαλδίας και Κερασούντος, Λαυρέντιος Παπαδόπουλος - Χαριτάντης και ο λόγος της απόπειρας ήταν η διχόνοια που είχε προκύψει για το μέλλον του Πόντου, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more) Ο κόσμος από τον πανικό που προκλήθηκε, ανακατεύτηκε σαν κουβάρι και αμέσως ειδοποιήθηκαν οι αρχές.

Ο Μητροπολίτης Χαλδίας και Κερασούντος,
Λαυρέντιος Παπαδόπουλος - Χαριτάντης


   Δήμαρχος της Κερασούντας ήταν τότε ο Τοπάλ Οσμάνης, ο οποίος κατέφθασε στην εκκλησία, συνέλαβε τους νεαρούς και τους οδήγησε στο κρατητήριο. Αυτός λέγονταν Σάββας Κιρτηνλής. 
   Ο Δεσπότης, μετά την αποτυχημένη απόπειρα, δεν έμεινε στην Κερασούντα. Ο Τοπάλ Οσμάν ξεπροβόδισε στο πλοίο τον Δεσπότη, τον αποχαιρέτησε και ο Δεσπότης του ευχήθηκε.  Αυτό εγινε το 1919. 

   Η Κερασούντα είχε χωριστεί σε δύο κόμματα, το ένα με επικεφαλής τον Μαυρίδη (πρόκειται για τον Μιχαήλ Μαυρίδη, ο οποίος ήταν μεγαλοκτηματίας και εξαγωγέας φουντουκιών, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), ο οποίος ήταν αντίθετος με τον Δεσπότη και το άλλο με επικεφαλής τον Χατζη-πάνο ρόκειται για τον Χατζή-Παναγιώτη Συμεωνίδη, ο οποίος είχε εργοστάσιο βυρσοδεψίας, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), που ήταν υπέρ του. 
   Μία ημέρα ο Χατζη-πάνος λέγει στον πατέρα μου:
   - Παπα-Γιάννη, έλα να σε βάλω αντιπρόσωπο του Δεσπότη.
   - Εγώ είμαι ξένος παπάς, δεν ανακατεύομαι σε τέτοια.

 Εἰκ. 22. Ο Άγιος Νικόλαος Κερασούντος σήμερα




Ο σφαγέας του ποντιακού ελληνισμού,
Τοπάλ Οσμάν

   Το 1920 ήρθε ένα θωρηκτό στο λιμάνι της Κερασούντας, ανήμερα του Αγίου Παύλου (Εδώ μπερδεύει τις ημερομηνίες ο Αλέξανδρος Ουρεϊλίδης. Ήταν 23 Απριλίου 1919, του Αγίου Γεωργίου, όταν το αντιτορπιλικό «Βέλος» έφτασε στην Κερασούντα, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), και κατέβηκαν, απ’ αυτό, Έλληνες Αξιωματικοί. Κατευθύνθηκαν στην εκκλησία. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, εξήλθαν οι ιερείς ντυμένοι με τα ιερά άμφια, οι ιερόπαιδες με τα εξαπτέρυγα και όλοι οι Έλληνες μαζί· όλοι παρέλασαν ζητωκραυγάζοντας και γυρίζοντας όλη την πόλη. Άλλοι βγήκαν στα μπαλκόνια, άλλοι στους δρόμους, χειροκροτήματα, φωνές, πράγματα και θαύματα! «Χάλασε» ο κόσμος· χαρά και αγαλλίαση! 
   Όταν τελείωσε η παρέλαση, ο κόσμος συγκεντρώθηκε στο ορφανοτροφείο, στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα. Συμπληρωματικά, όμως, να πούμε ότι ήταν ένα μεγάλο σχολείο, το οποίο ανακαίνισαν οι Έλληνες, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό κτίριο, το οποίο όποιος το έβλεπε το θαύμαζε.
   Ο πατέρας μου στέκονταν όρθιος επάνω στις σκαλωσιές· μόλις είδε τους αξιωματικούς, τους καλωσόρισε και τους ευλόγησε. Απευθυνόμενος όμως, στον επικεφαλής Έλληνα Αξιωματικό, του λέγει:
   - Κύριε Ταγματάρχα, δεν κάνατε καλά· δεν ήταν σωστή αυτή σας η κίνηση. 
   - Μη φοβάσαι πάτερ, σε δεκαπέντε ημέρες θα βρισκόμαστε εδώ, απάντησε ο ταγματάρχης.
   - Στον ερχομό σας δεν πιστεύω, λέγει ο πατέρας, όμως, από αυτούς, τους Τούρκους, περιμένω τη σφαγή μας!... 
   Ο ταγματάρχης τον διαβεβαίωσε και πάλι:
   - Μη φοβάσαι καθόλου, Δέσποτά μου. 
   Κατόπιν μπήκε στο σχολείο, ανέβηκε στον τρίτο όροφο και κρέμασε μία τεράστια Ελληνική Σημαία, τεσσάρων μέτρων, και δύο μικρές του Ερυθρού Σταυρού, δίπλα δίπλα.

 Οσμάν Φεριτίνογλου (Τοπάλ Οσμάν)


   Το απόγευμα το θωρηκτό αναχώρησε, οπότε ήλθε το άλλο  «θωρηκτό», ο Τοπάλ Οσμάν, πήρε την «δωδεκάρα» (το δωδεκαμελές συμβούλιο του) και ανέβηκε σ’ένα ύψωμα που λέγεται Σάι-ταση και από εκεί επάνω παρακολουθούσε με τα κιάλια του. Εν τω μεταξύ, διασκόρπισε και στην πόλη κάποια άτομα, για να παρακολουθούν από κοντά τους ανθρώπους που λαμβάνουν ενεργά μέρος στις εξελίξεις. Έπειτα, κατέβηκε από το Σάι-ταση, ήλθε κατευθείαν στο σχολείο και  παρευθύς κατέβασε την ελληνική σημαία και την τσαλαπάτησε· την έκανε κουρέλι και την πέταξε στα σκουπίδια. 
   Δεν μείναμε άλλο στο ορφανοτροφείο, για να μη δώσουμε στόχο, και πήγαμε στο σπίτι ενός δικηγόρου, Παναγιώτης (Εννοεί τον Παναγιώτη Ερμείδη, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more) ήταν τ’ όνομά του, ως να κοπάσει και αυτή η μπόρα. 

   Εγώ μικρός ήμουν πολύ ζωηρός και ο πατέρας μου, όπως είπα και προηγουμένως, όπου πήγαινε, μ’ έπαιρνε μαζί του· δεν καθόμουν καθόλου  ήσυχα· τριγυρνούσα στην πόλη μονάχος, εξερευνώντας τα σοκάκια και τις συνοικίες της. Μία μέρα πήγα στο Σοχάχ-παση.    Ήταν εκεί ένας φούρνος· ο φούρναρης ακουμπούσε στον πάγκο του κι ένας άλλος απ’ έξω του λέει:
   - Τι συνεδριάζουν κρυφά, ας το πουν ελεύθερα· «ή ταν ή επί τας»· ή εκείνοι ή εμείς. 
   Έτσι είπε αυτός ο πατριώτης, όμως εγώ παιδί, δεν κατάλαβα τι σήμαιναν τα λόγια του.    Έτσι, πήγα και είπα στον πατέρα μου όλα όσα άκουσα. Αυτός μου εξήγησε: 
   - Ο Τοπάλ Οσμάν συνεδριάζει μαζί με την «δωδεκάρα» του, πώς θα μας εξοντώσουν, και δεν μπορούν να αποφασίσουν. Ο Τοπάλ Οσμάν τους λέγει, «εσείς πάρτε απόφαση και εγώ ξέρω πως θα τους εξοντώσω».
   Αυτός ο Κτηνάνθρωπος ο Τοπάλ Οσμάν, τόσο πολύ μισούσε τους Έλληνες, που ήθελε να μας εξοντώσει. Εάν είχε μεγάλη εξουσία δεν θα άφηνε ούτε μία ψυχή. 
   Η κατάσταση ολοένα και χειροτέρευε. Μία ημέρα, διέταξε τον κλητήρα να διαλαλήσει στον κόσμο, την πρόσκλησή του για τη δημιουργία του εθελοντικού σώματος των τσετών.

Ο Μητροπολίτης Κολωνίας και Νικοπόλεως,
Γερβάσιος Σουμελίδης


   Στο μεταξύ εμείς στην Νικόπολη, δεν είχαμε Δεσπότη (ήταν ο Μητροπολίτης Κολωνίας και Νικοπόλεως, Σωφρόνιος Νηστόπουλος, που πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 1917, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), είχε πεθάνει στους πολέμους και δεν μας έστειλαν άλλον. Πέρασε ένας μήνας, αφότου έφυγε το θωρηκτό, και τότε μας έστειλαν Δεσπότη. (Ήταν ο από Σεβαστείας, Γερβάσιος Σουμελίδης, από τη Βαρενού της Αργυρούπολης, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more) Ήρθε στην Κερασούντα, όπου και κάθισε μια εβδομάδα. Ο πατέρας μου μαζί με τον δικηγόρο, τον Παναγιώτη, και φυσικά και εμένα μαζί τους, πήγαν να τον καλωσορίσουν. Διέμενε προσωρινά, σε ένα ξενοδοχείο, κάτω στην ακρογιαλιά. Τον καλωσορίσαμε και οι μεγάλοι άρχισαν τη συζήτηση.
   - Τώρα, λέγει ο Δεσπότης, όσοι είναι από την περιφέρεια της Νικοπόλεως, να γυρίσουν όλοι πίσω στα χωριά τους. 
   Πράγματι, ήταν πολύς ο κόσμος από τα δικά μας τα μέρη στην Κερασούντα· λόγω της πείνας οι περισσότεροι πέθαναν και άλλοι σκόρπισαν εδώ κι εκεί.

   - Δεν θα ήθελα να γυρίσω πίσω, του λέγει ο πατέρας μου, τα πράγματα δεν πάνε καλά, αν μπορείς να μας κάνεις ένα καλό,  να εξασφαλίσεις τα ναύλα της οικογένειάς μου, και να μας στείλεις στην Κωνσταντινούπολη.
   - Εάν στείλω εσένα στην Κωνσταντινούπολη, του αποκρίνεται ο Δεσπότης, πως θα πάω χωρίς εσένα στην Νικόπολη;
  Έτσι υποχρέωσε τον πατέρα μου να επιστρέψει στην πατρίδα. Ο δε δικηγόρος, ο Παναγιώτης, συμφώνησε με την άποψη του πατέρα μου:
  - Παπα-Γιάννη, πολύ καλά του είπες, είσαι έξυπνος. Καταλαβαίνω κι εγώ ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά. 
   Έχω κάμποσα αλατσάκια στο Κεσάπην , ας πάω να τα μαζέψω. (Η κωμόπολη Κασσιόπη – Κεσάπ, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)
   - Τρελάθηκες; του λέει ο πατέρας μου, πού θα πας με αυτήν την κατάσταση; Δεν βλέπεις ότι δεν αξίζουμε ούτε σαν μία κότα; 
   - Όχι πάτερ, μία στιγμή θα πάω με την βάρκα και μέχρι το μεσημέρι εδώ θα είμαι. 
Ο πατέρας μου, δεν μπόρεσε να του αλλάξει γνώμη, και έπραξε όπως είπε. Πέρασε όμως, η ώρα, και ούτε το μεσημέρι φάνηκε, ούτε το βράδι, ούτε και την άλλη μέρα. Η οικογένειά του άρχισε να ανησυχεί· είχε δύο λεβέντες ανιψιούς, οι οποίοι πηγαινοέρχονταν και έψαχναν να τον βρουν. Ήρθαν και στον πατέρα μου:
   - Ευλογημένα παιδιά μου, δεν φάνηκε από εδώ, δεν τον είδα.
   Μετά από μία εβδομάδα, μάθαμε το κακό: τον έπιασαν στην βάρκα, τον έκαναν κομμάτια και αφού τον έβαλαν σ’ ένα τσουβάλι, τον πέταξαν στην θάλασσα! Μετά από εκείνον, σειρά είχε ο ιατρός· τον συνέλαβαν και τον έσφαξαν!  (Εννοεί τον γιατρό Θωμαΐδη, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)

   Κάθε μέρα, κατά διαταγή του Τοπάλ Οσμάν, ο κλητήρας συνέχιζε να καλεί τον κόσμο να εγγραφεί στους καταλόγους των εθελοντών τσετών. Άρχισαν να έρχονται από τα χωριά, σαν τα κοπάδια και να εγγράφονται. Βλέπεις, το κακό ολοένα και περίσσευε.

 Το Ημιγυμνάσιον Κερασούντος


   Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Κάποιες αναγκαίες ετοιμασίες και ξεκινήσαμε τον δρόμο της επιστροφής. Επειδή, όμως, η κίνηση στους δρόμους, είχε καταστεί φοβερά επικίνδυνη, κινδυνεύαμε από άμεση σφαγή, σκέφτηκε ο πατέρας μου, να ζητήσει τη βοήθεια του Τόμογλη. 
   Με πήρε λοιπόν, ο πατέρας μου, και από το Σοχάχ-παση, τραβήξαμε προς τα επάνω, προς το Γενή-ολη. (Εννοεί το Γενή-γιόλ, τον καινούργιο δρόμο, προέκταση του κεντρικού Σοκάκ-μπασή, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)
   Από εκεί είδαμε τον Τόμογλη, να κατεβαίνει από το Σαγιταση, καβάλα στο άλογό του, και να έρχεται, μέσω του κεντρικού δρόμου, προς το μέρος μας. 
   Αμέσως, ο πατέρας τον χαιρέτισε και κράτησε το άλογο από τα χαλινά. Δεξιά και αριστερά, βρίσκονταν πολιτσμάνοι· κοίταζαν  με απορία, και είπε ο ένας στον άλλον:
   - Αυτός ο παπάς από πού κι ως που πηγαίνει και κρατά με αυτήν την τόλμη τα χαλινά του αλόγου του Τόμογλη;

   Αφού εξήγησε στον Τόμογλη τον λόγο της συναντήσεώς τους, ότι δηλαδή φεύγει για την πατρίδα και ότι ήθελε μία βέζικα, για να κυκλοφορεί στους δρόμους ελεύθερα, αμέσως, ο Τόμογλης,  φώναξε από απέναντι έναν πολισμάνο:
   - Πάρε αυτήν την βέζικα, και γρήγορα πήγαινε στον Οσμάν αγά να την  υπογράψει και να την ξαναφέρεις. 
   Ο πολισμάνος, αμέσως πήγε στον Τοπάλ Οσμάν, την υπέγραψε και την έφερε. Ο Τόμογλης έδωσε την βέζικα  στον πατέρα μου και του ειπε:
   - Με αυτό θα πας στην πατρίδα σου με ασφάλεια. Μην φοβάσαι καθόλου.

   Την  επόμενη ημέρα, μίσθωσαν έναν αγωγιάτη και με τρία μουλάρια ξεκινήσαμε τον δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα. Διανύσαμε απόσταση μιας ώρας από την Κερασούντα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με τσέτες.  Από τα μάτια τους έτρεχε αίμα. Μας αγριοκοίταζαν συνεχώς, αλλά δεν έλεγαν κουβέντα, εξαιτίας της βέζικας, που είχαμε στο χέρι. Η απορία τους όμως, ήταν έκδηλη. Διερωτόντουσαν πως βρέθηκε η βέζικα στα χέρια μας και κυκλοφορούσαμε ελεύθερα. Έλεγαν αναμεταξύ τους:
   - Φαίνεται οι αγάδες θα είναι φίλοι του. 

   Σε τρεις ημέρες πήγαμε στην πατρίδα μας την Νικόπολη, στο χωρίον Λίτσασα. Οι χωριανοί ήρθαν και μας καλωσόρισαν. Έκαναν παρακάθ’ μέχρι τα μεσάνυχτα. Ακολούθησε τραπέζι και κατά την μία μετά τα μεσάνυχτα, αποχώρησαν.


Η επιστροφή του Ταραλή

   Βαδίζουμε το 1920. Ένα μήνα αφότου πήγαμε στην Πατρίδα, ακούσαμε ότι ήλθε ο Ταραλής ο Χατζίκας με είκοσι παλικάρια από την Ρωσία, με βάρκα και βγήκε στην Κερασούντα για να σκοτώσει τον Τοπάλ Οσμάνην. Το δίκτυο των χαφιέδων όμως, λειτουργούσε καλά σε αυτές τις περιπτώσεις. Έτσι, τον πρόδωσαν. 
   Ήταν βράδι, σκοτάδι· και παρόλο που οι άνθρωποι του Ταραλή φύλαγαν έξω σκοπιά αλλά ήταν ανώφελο. Ο Τοπάλ Οσμάν με τριάντα περίπου τσέτες, περικύκλωσε το σπίτι και οι τσέτες άρχισαν πυρ. Σκοτώθηκαν όλα σχεδόν τα παλικάρια, εκτός από τον Ταραλή. Αυτόν τον έδεσαν στην ουρά ενός μουλαριού, και τρεις ημέρες τον γύριζαν μέσα στην πόλη σέρνοντάς τον!

 Εικ. 26. Ο οπλαρχηγός Ταραλής Χατζίκας και ο βοηθός του


   Μία εβδομάδα μεσολάβησε από τα δυσάρεστα γεγονότα και άλλη μια βραδιά έκανε την εμφάνισή της. Το σκοτάδι είχε απλώσει το μαύρο του πέπλο. Γράφει ο Αλέξανδρος:


   Διακρίναμε, εγώ κι ο πατέρας μου, κάποιες  παράξενες και ύποπτες κινήσεις· δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, εάν ήταν άνθρωπος ή κάτι άλλο. Μετά από μία προσεκτικότερη ματιά, και αφού είχαν πλησιάσει περισσότερο, μετρήσαμε έξι άτομα. Ο ένας φώναξε:
   - Κουμπάρε παπα-Γιάννη, εγώ είμαι, ο Κυριάκος, ο αδελφός του Ταραλή… 
   Τους βάλαμε, βιαστικά, στο σπίτι, και μας ιστόρησε πώς τους πρόδωσαν και πώς ενεπλάκησαν σε μάχη. Γλύτωσαν μόνο έξι άτομα, και αυτός είχε τραυματιστεί στον δεξί μηρό. Αφού έφαγαν, τους μεταφέραμε σ’ ένα απόκεντρο σπίτι για να μην υποψιαστεί κανείς τίποτε· ανήκε σε μια φτωχή χήρα. Δεν ήταν δυνατόν να παραμείνουν στο σπίτι μας, διότι νύχτα μέρα βρίσκονταν αστυνόμοι και χωροφύλακες. 
   Κάθε μέρα, τους πήγαινα, προσεχτικά, φαγητό. Αυτό κράτησε μία εβδομάδα. Ο πατέρας μου ζήτησε τη συνδρομή της Μητροπόλεως. Πήγε λοιπόν, στην Νικόπολη και ανέφερε στον Δεσπότη, λεπτομερώς, το περιστατικό, ζητώντας να βρεθεί κάποιος τρόπος για να τους φυγαδεύσουν πίσω, στην Ρωσία. Τελικώς, βρήκαμε έναν έμπιστο Τούρκο, και τους στείλαμε στη Ρωσία.


Οι σφαγές και οι εξορίες συνεχίζονται

   Στην Νικόπολην τα πράγματα ήταν σχετικά καλά. Στην Κερασούντα όμως, συνεχίζονταν οι σφαγές και οι σκοτωμοί. Ακούγαμε τα φρικτά γεγονότα και ήμασταν τρομοκρατημένοι.  Το ’21, ο Τοπάλ Οσμάν ήλθε και στην Νικόπολη για να σφάξει τους Κύρτηδες (Κούρδους). Προειδοποίησε, μάλιστα, ορισμένους δικούς μας, ότι τώρα θα καθαρίσει αυτούς και την επόμενη φορά θα λογαριαστεί με μας.

 Τσέτες του Τοπάλ Οσμάν


   Οι Κύρτηδες ήταν σε δύο περιφέρειες, στο Τζήτι και στο Τερσίμη. Στο Τζήτι, τους καθάρισε όλους. Στο Τερσίμη δεν μπόρεσε, διότι ήταν εκ φύσεως φρουρημένο, είχε μόνο μία είσοδο από την οποία δεν κατόρθωσε να μπει μέσα. Στο Τζήτι όμως, τους εξόντωσε και άρπαξε τις περιουσίες τους. Έφεραν στο χωριό μας πεντακόσιες αγελάδες και μας είπαν να τις φυλάξουμε, μέχρι να γυρίσει ο Οσμάν αγάς. Τι να κάνουμε κι εμείς, θέλαμε δεν θέλαμε, βάλαμε σειρά και κάθε μέρα τις φύλαγαν δύο άτομα από κάθε σπίτι. Μετά από έναν μήνα, ήλθαν και τις πήραν.  

   Η σφαγή συνεχίζονταν στην Κερασούντα. Ο Οσμάν έσφαζε πέντε με δέκα άτομα κάθε μέρα. Πριν τους σφάξει όμως, τους υπέβαλε σε βασανιστήρια· τους τυραννούσε. Κάποια φορά, γύμνωσε ογδόντα κορίτσια και τα γύριζε στα τούρκικα χωριά. Οι Τούρκοι τα κορόιδευαν και έκαναν τέτοια αίσχη, που δεν λέγονται.

   Στα ’21 με ’22, πάλι έγιναν εξορίες· από τον Γοζλού, Ζονγκουλδάκ από την Πάλιαν, από Γαρασουήν. Όσοι ήτανε σε ηλικία στράτευσης,  τους έπαιρναν στο στρατό και τους άλλους τους εξόριζαν στη Σινώπη, άλλους στην Τοκάτη και άλλους στο Ντιγιαρμπακίρ. Κατά τη διάρκεια της πορείας, του εκτοπισμού, που διαρκούσε σαράντα μερόνυχτα, τους υπέβαλαν σε διάφορες τυραννίες και μαρτύρια, όπως το μαρτύριο του καλπασμού, της πείνας και της δίψας. Τα βράδια τους στρίμωχναν στα χάνια. Εκεί, λόγω των συνθηκών τους έπιασε δυσεντερία,  και δεν τους επέτρεπαν να κάνουν την ανάγκη τους και ουρούσαν επάνω τους.  
Είχα τέσσερα αδέλφια στη Γοζλού· τους δύο τους πήραν στρατιώτες, τον μικρότερο τον εξόρισαν στο Ντιγιαρμπακίρ, και ο άλλος ήτανε κρυμμένος σε κάτι υπόγεια, στα οποία και πέθανε στα τριάντα πέντε του χρόνια. Αυτά όλα έγιναν από το ’21 μέχρι το ’22 για να εξοντώσουν τον ελληνισμό. 

   Γυρίζουμε και πάλι στον Τοπάλ Οσμάνην, την δεύτερη φορά που ήρθε στην Νικόπολη για να εξοντώσει και εμάς. Οι τσέτες είχαν σκορπίσει στα χωριά και μέρα νύχτα σκόρπιζαν τον θάνατο και άρπαζαν περιουσίες.  
   Πριν έλθουν και στο χωριό μας, μαζεύτηκαν όλοι οι άντρες σε ένα σπίτι και συνεδρίασαν. Τέθηκε το δίλλημα: «να φύγουμε ή να μείνουμε». Ορισμένοι είχαν την άποψη, ότι εάν μπορούσαμε να γλυτώσουμε δίνοντας χρήματα να μη φύγουμε. Τελικώς, αφού μάθαμε ότι οι τσέτες βρίσκονταν σε γειτονικό χωριό, μισή ώρα από το δικό μας, το Καταχώρι, αποφάσισαν οι δικοί μας να στείλουν δύο καλά παλικάρια, για να μάθουν εάν δωροδοκούνται. Εάν γλυτώναμε με αυτόν τον τρόπο, θα μέναμε, διαφορετικά, θα εγκαταλείπαμε το χωριό.

   Ήλθαν τα παλικάρια και είπαν ότι με τα λεφτά συμβιβάζονται. Έτσι άρχισαν να μαζεύουν λεφτά. Ορισμένοι, όμως, άλλαξαν γνώμη, και λέγουν στον πατέρα μου: 
   - Εμείς, παπα-Γιάννη, δεν καθόμαστε, ακόμη και αν οι τσέτες συμβιβάζονται με πληρωμή. Θα φύγουμε στα βουνά. Θα σου δώσουμε βέβαια, χρήματα, για να τα δώσεις στους τσέτες. Θα πάμε στα σπίτια μας να εφοδιαστούμε με λίγο ψωμί και θα φύγουμε. 
   Πριν όμως, οι χωριανοί να βγουν από το σπίτι όπου συνεδρίαζαν, οι τσέτες είχαν ήδη κυκλώσει το χωριό, χωρίς να τους πάρει κανείς είδηση. Αυτοί  που θα πήγαιναν στα σπίτια τους για να πάρουν λίγη τροφή,  βάδισαν πέντε-δέκα βήματα και άκουσαν φωνές: «ταβραμά, ταβραμά, ταβραμά». (Ακίνητοι)
   Παντού ακούγονταν αυτή η λέξη. Χωρίς να προλάβουν να αντιδράσουν, τους συγκέντρωσαν όλους σε μια κάμαρη. Όταν ξημέρωσε, τρεις τσέτες μπήκαν στο σπίτι εκείνο που συνεδριάζαμε, διότι ορισμένοι ήμασταν ακόμη εκεί, και άρχισαν να δέρνουν, να σπρώχνουν τον ένα από εδώ και τον άλλο από εκεί, δημιουργώντας πανικό και τρόμο.  Ο ένας τσέτης, που ήτανε ψηλός και λέγονταν Ουσούν Σερίφ, είπε στον πατέρα μου: 
   - Εσύ μην πας κάτω στο μαχαλά με τους άλλους που τους έβαλαν στη φυλακή. 
   Ένας άλλος όμως, που τον έλεγαν Ομέρ (πρέπει να ήταν ο αρχιτσέτης Σεπετέ-ζαντέ Ομέρ, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), είχε αντίθετη άποψη:
   - Όχι, ας πάει και ο παπάς εκεί κάτω με τους άλλους, όπως και πήγε. 

   Αργότερα έσφαξαν ένα κριάρι για να φάνε και φώναξαν την μάνα μου για να τους το μαγειρέψει. Η μάνα μου ήτανε η καλύτερη μαγείρισσα. Πήγα κι εγώ μαζί της. Το σπίτι όπου θα γίνονταν το μαγείρεμα και το φαγοπότι, ήταν του παρέδρου. Όσους άντρες είχαν μαζέψει, τους είχαν ακόμη κλειδωμένους στην κάμαρη. 
   Απ’ ότι καταλάβαμε, γύρευαν κάποιον Θόδωρο Κουκουλιόζ. Ο Θεόδωρος αυτός όμως, δεν ήταν από το χωριό μας, παρά ταύτα είχαμε κι εμείς ένα Θεόδωρο. Οπότε αυτοί Θεόδωρο έψαχναν, και Θεόδωρο βρήκαν.  Τον έπιασαν λοιπόν, και τον  περίλαβαν στο ξύλο· τον έδερναν αλύπητα και ασταμάτητα. 
   Κατά τη διάρκεια που τον έδερναν, άκουγαν και οι άντρες του χωριού, διότι η κάμαρη, στην οποία ήταν κλεισμένοι οι χωριανοί μας, γύρω στα τριάντα άτομα, είχε δύο πόρτες. Μία εξώπορτα και μία εσώπορτα. Η εσωτερική πόρτα, συνδέονταν με το σταύλο, όπου βρίσκονταν ο Θόδωρος και τον έδερναν αλύπητα. Φώναζε ο δύστυχος, ούρλιαζε, τσίριζε και ελεγε: 
   - Παπαγιάννε, γλύτωσέ με, Παπαγιάννε, γλύτωσέ με…
  Τριάντα άτομα άκουγαν, έβλεπαν και κανένας από τον φόβο τους δεν τολμούσε να ψελλίσει κουβέντα. Ο πατέρας μου, δεν άντεξε. Κτύπησε την πόρτα και την άνοιξε. Γονάτισε μπροστά στον βασανιστή και του λέγει:
   - Ταγήρ εφέντη, τι θέλετε από εμάς, πέστε το. 
   Ο Τούρκος, βλέποντας τον παπά να γονατίζει μπροστά του, στεναχωρέθηκε, και του είπε πως δεν έπρεπε να το κάνει αυτό. 
   Κατόπιν του είπε:
   - Παπάζ εφέντη, να μας φέρετε διακόσιες λίρες και θα σας αφήσουμε. Τα λεφτά όμως, να μου τα δώσεις εσύ, και κανείς άλλος δεν θα υπάρχει κοντά μας. 
   - Αυτό είναι εύκολο, του λέγει ο πατέρας μου, αλλά για να γίνει, πρέπει ν’ αφήσεις κάμποσα άτομα ελεύθερα, για να πάνε να μαζέψουν τα λεφτά από το χωριό. Τόσα χρήματα δεν έχουμε μαζί μας, οπότε πρέπει να συλλεχθούν από σπίτι σε σπίτι.
   Άφησε, ο Ταγήρ, τρία άτομα ελεύθερα και ο καθένας έπιασε από έναν μαχαλά και έτσι γύρισαν όλο το χωριό. Η συγκομιδή τους, ήταν εκατόν ενενήντα λίρες. Τις έδωσαν στον πατέρα μου κι αυτός με τη σειρά του στον Ταγήρ. Ο Τούρκος τις μέτρησε και αφού τις βρήκε λειψές, λέει: 
   - Παπάζ εφέντη, διακόσιες λίρες δεν συμφωνήσαμε;
   - Δυστυχώς, αυτές είναι όλες όσες βρήκαμε.
   - Άιντε, και αυτά που λείπουν, στα χαρίζω.

   Ετοιμάζονταν τώρα να φύγουν οι τσέτες, όμως εκείνον τον Θεόδωρο, τον πήραν μαζί τους. Ανέβηκαν στ’ άλογά τους και αυτόν τον ταλαίπωρο, τον ανέβασαν σ’ ένα μουλάρι με σκοπό να τον σκοτώσουν. Ξεκίνησαν κι αυτός ο καημένος έκλαιγε και φώναζε:
   - Παπαγιάννη γλύτωσέ με, θα με σκοτώσουν, απόψε το είδα στ’ όνειρό μου. 
   Ξεκίνησαν οι τσέτες· τα παιδιά και η γυναίκα του Θόδωρου έκλαιγαν και οδύρονταν ακολουθώντας  τους, όπως και ο πάρεδρος του χωριού  μαζί με τον πατέρα μου, εμένα και τον Κυριάκον Παπαδόπουλον. Εμείς βαδίζαμε δέκα είκοσι μέτρα πιο πίσω.  Συνέχεια προέτρεπαν τον πάρεδρο να γυρίσει πίσω, πριν είναι αργά. Εκείνος όμως, αμίλητος, βάδιζε με σκυμμένο το κεφάλι. Κατόπιν, γυρίζει ο υπαρχηγός των τσετών, μάς είδε να ακολουθούμε και μάς είπε να γυρίσουμε διότι θα «τρώγαμε κι εμείς τα μούτρα μας», όπως και τελικά κάναμε.
   Οι τσέτες, σταμάτησαν στα χάνια, που βρίσκονταν στο δημόσιο, έξω από το χωριό. Ξεπέζεψαν από τ’ άλογά τους και οδήγησαν τους μελλοθάνατους μπροστά τους, για να τους εκτελέσουν.  

   Εκεί όμως συνέβη κάτι το αναπάντεχο! Στο σημείο εκείνο, υπήρχε μία κοιλότητα, από την οποία εμφανίστηκαν ξαφνικά τρεις καβαλάρηδες. Ήταν δικοί τους, αγγελιαφόροι. Κάτι τους είπαν και αμέσως άφησαν τους δικούς μας και έφυγαν!


Το τέλος του Τοπάλ Οσμάν

   Όταν ήλθε ο Τοπάλ Οσμάν στην Νικόπολη, ο Νομάρχης μας (ήταν ο μουτεσαρίφης – έπαρχος της Νικοπόλεως, Ριφάτ μπέης, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more) δεν βρίσκονταν εκεί. Είχε να διεκπεραιώσει κάποιες υπηρεσιακές υποθέσεις στην Σεβάστεια και δεν γνώριζε για τη δράση του αιμοσταγούς Οσμάν. Μετά από κάποιο ενημερωτικό τηλεφώνημα που του έγινε από κάποιον, για τις φονικές επιδρομές του Τοπάλ Οσμάν, ότι δηλαδή, σκοτώνει, ρημάζει και σφάζει, έστειλε αμέσως, ο Νομάρχης μας, ένα τελεσίγραφο στον Κεμάλ Ατατούρκ, με το οποίο διαμαρτύρονταν για τα κακουργήματα που διέπραττε ο Οσμάν, χωρίς να έχει δικαίωμα. Δεν είχε καμιά δικαιοδοσία στην δικιά του περιφέρεια:
   - Εγώ είμαι ικανός να διοικήσω την περιφέρειά μου. Τους δικούς μου τους χριστιανούς, ό,τι θέλω τους κάνω, κανείς άλλος δεν είναι άξιος. 

 Ο Τοπάλ Οσμάν μαζί με τσέτες του, στη δεύτερη επιδρομή του στη Νικόπολη


   Ο Κεμάλ Ατατούρκ έστειλε αμέσως ένα τηλεγράφημα στον Τοπάλ Οσμάν· «γρήγορα να φύγεις από την Νικόπολην και να έλθεις στην Άγκυραν». 
   Όταν πήγε στην Άγκυρα, ο Κεμάλ Ατατούρκ τον έβαλε να δολοφονήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Ναζή μπέη (Ήταν ο Αλή Σουκρή μπέης, βουλευτής Τραπεζούντας και επικεφαλής της αντιπολίτευσης στην Εθνοσυνέλευση, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more), ο οποίος ήταν από την Τραπεζούντα, και μας αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε την ανταλλαγή· γι’ αυτό δεν τον χώνευε. Φυσικά, ο Κεμάλ ήταν έξυπνος, και δεν ήθελε να φανεί ότι βρίσκονταν αυτός πίσω από την δολοφονία. Έτσι, έβαλε κάποιους να σκοτώσουν και τον Τοπάλ Οσμάν.

 Ο Τοπάλ Οσμάν την περίοδο της παντοδυναμίας του,
από το φωτογραφείο Γρηγοριάδη στην Κερασούντα

\
   Ο Τοπάλ όμως, αφού σκότωσε τον Πρόεδρο, κατάλαβε τα σχέδια του Κεμάλ, και προσπάθησε να ξεφύγει. Κατέφυγε σ’ έναν παπά, και του ζήτησε να τον κρύψει. Ο παπάς του υπέδειξε ένα ερειπωμένο σπίτι, όπου θα μπορούσε να κρυφθεί. Εκεί θα του πήγαινε φαγητό για να τρώει. 
   Δεν κατάφερε όμως, να γλυτώσει· τον πήραν μυρωδιά, κύκλωσαν το σπίτι, τον σκότωσαν και φώναζαν:
   - Το σκυλί ψόφησε … (Στις 2 Απριλίου 1923, http://garasari.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html#more)
  Το πτώμα του Οσμάν, το μετέφεραν στην Κερασούντα και εκεί το παράχωσαν. Την άλλη μέρα πήγαν οι συγγενείς στο μνήμα του, και τι να δουν: κάποιος πήγε και αφόδευσε επάνω στο μνήμα του, όμως, κάποιος Τούρκος και όχι Έλληνας. Μήπως όλοι οι Τούρκοι τον αγαπούσαν; Δεν τον αγαπούσαν αλλά τι να έκαναν, ήταν δικτάτορας.   

   Το χωριό μας συνόρευε με τα χωριά της Κερασούντας και έτσι υποφέραμε πολύ. Κάθε εβδομάδα, έρχονταν στο χωριό μας τσέτες· σκότωναν και άρπαζαν ό,τι έβρισκαν. 
   Αφότου συζητήθηκε η ανταλλαγή, το ’22, και πάλι έρχονταν στα χωριά μας και γύρευαν ανυπότακτους, με κύριο σκοπό τον εκβιασμό για λεφτά και για να μας λεηλατήσουν· να μη μας αφήσουν τίποτα. 
   Το ’22 προς το ’23, τον Δεκέμβριο μήνα, στην εορτή των Χριστουγέννων, κύκλωσαν την εκκλησία για να μας χαλάσουν την Λειτουργία και την Θρησκεία. Όλο τυραννίες, λεηλασίες· αυτά γίνονταν. Πόσες φορές είπαν στον πατέρα μου:
   -Παπάζ εφέντη, δώσε μας αυτό το παιδί.
   -Τζάνουμ, τους έλεγε ο πατέρας μου, πώς θα σας δώσω το παιδί μου, αυτό πρώτα πρώτα δεν επιτρέπεται, είναι αηδία!


Ο ξεριζωμός

Μετά το 1924 έγινε καλά καλά η ανταλλαγή…


   Οι καρδιές των χωριανών, βαριές κι αδικημένες, προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν το επερχόμενο κακό. Η μεγάλη ώρα του ξεριζωμού πλησίαζε ολοένα και περισσότερο. 
   Έπρεπε να φύγουν, να αφήσουν το αγαπημένο τους χωριό, τη Λίτσασα, ίσως με την ελπίδα ότι θα γύριζε η ιστορία, και θα μπορούσαν να επανέλθουν στα αγαπημένα τους ρασία, ότι θα ανάψουν ξανά το καντηλάκι στο εικονοστάσι του σπιτιού τους, στην εικόνα της Παναΐας. Ήλπιζαν ότι θα ξαναφιλήσουν την γεννήτρα Γη του Πόντου.
   Η σκληρή πραγματικότητα όμως δεν τους άφηνε να ονειροπολούν. Έπρεπε να αφήσουν πίσω την ακίνητη περιουσία τους, και να αποφασίσουν τι θα πάρουν μαζί τους, στην Ελλάδα. Έχει ήδη τονιστεί η μεγάλη ευλάβεια, η Πίστη των θαυμαστών προγόνων μας. 

   Παρενθετικά, θα παρεμβάλλουμε ένα περιστατικό, που συνέβη σε ένα παραθαλάσσιο καφενεδάκι του Πόντου μας, όπου κάθονται Τούρκοι και Ρωμηοί και αναλόγως ομιλούν «και τρων και πίνουν». 
   Είναι ημέρα Παρασκευή. Παράμερα από τα τραπεζάκια των περνά ένας σκύλος· φαινόμενο σύνηθες στο επιτόπιο σκηνικό. Ένας Τούρκος, θέλοντας να πειράξει τους Ρωμηούς, φωνάζει προς το διερχόμενο· «Χαράλαμπε! Χαράλαμπε!». Κοντοστέκει ο σκύλος και ο Τούρκος λέει ειρωνικά στον παρακαθήμενο Έλληνα: «Βλέπεις; Ρωμηός είναι!». 
   Ο Έλληνας δείχνει συγκρατημένος απ’ έξω, αλλ’ από μέσα, ο νους, η καρδιά του δουλεύουν πολύστροφα. Πιάνει μια ελιά από το πιατάκι του, που είχε ως μεζέ νηστήσιμο για το ποτό του, και την πετά στον σκύλο, ο οποίος έμεινε αδιάφορος. «Βλέπεις;», αποκρίνεται στον Τούρκο, «Ρωμηός δεν είναι!». Κατόπιν απλώνει και παίρνει από το πιατάκι του Τούρκου μεζεδάκι, κρέας ψητό, και του το ρίχνει. Κι ο σκύλος το καταβρόχθισε δια μιας, κουνώντας ευχαριστημένος την ουρά του. 
   «Το βλέπεις; Τούρκος είναι!» και επεξηγεί στον άναυδο μωχαμέτη: «Παρασκευή σήμερα και οι Ρωμηοί ως Χριστιανοί νηστεύουν· και δεν καταδέχτηκε την ελιά μας, ενώ το κρέας σας… να ήταν κι άλλο! Αφού λοιπόν τρώγει κρέας την Παρασκευή, όπως και του λόγου σας, ‘‘όμοιος προς όμοιο’’ Τούρκος είναι!». (Μοναχού Λουκά Φιλοθεΐτη, «Άγιον Όρος. Οικουμενισμός και Κόσμος», Εκδόσεις «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 127-128)

   Έτσι λοιπόν, ήταν εύκολο γι’ αυτούς να αποφασίσουν τι θα πάρουν μαζί τους, δεν υπήρχε κανένα δίλημμα, καθώς προτεραιότητα είχαν τα όσια και τα ιερά της Πίστεως, κατόπιν κάποια οικογενειακά κειμήλια και τέλος, είδη πρώτης ανάγκης. 
   Στις 2 Ιουνίου του 1924 συστήνεται στο χωριό επιτροπή η οποία αναλαμβάνει την ευθύνη της μεταφοράς του ιερού τέμπλου, των εικόνων και των άλλων ιερών κειμηλίων στην Ελλάδα. 
   Γράφει σχετικά στο χειρόγραφο τετράδιό του με τίτλο «Ιστορίες και ενθυμήματα» ο γεννημένος το 1905 στη Λίτσασα, πρόσφυγας Παναγιώτης Ποτουρίδης :
   «Εμείς οι ανταλλάξιμοι Νικοπολίτες που κατοικούσαμε στα βάθη της Τουρκίας και πιστοί στη χριστιανική θρησκεία αποφάσισε η Δημογεροντία μας σύσσωμοι εμείς οι κάτοικοι Λυτζάσης με όλην την προσφυγική μας ταλαιπωρία να μεταφέρομεν τα είδη εκκλησίας, εικόνων, ολοκλήρου τέμπλου, επιταφίου και άλλων ειδών του ιερού ναού Αγίου Γεωργίου εις την Μητέρα Ελλάδα για να μην αφήσομεν και ποδοπατηθούν από τους Τούρκους τα ιερά χριστιανικά κειμήλια των προγόνων μας».

 Εικ. 30. Λεπτομέρεια του τέμπλου του Αγίου Γεωργίου


   Για το ίδιο θέμα αξίζει να αναφέρουμε τη μαρτυρία της γενημμένης στη Λίτσασα το 1914 Παρθένας Γουμασίδου-Μαρουφίδου: 
   «Θυμούμαι ότι, με αγγαρεία οι νέοι του χωριού μας στην αυλή της εκκλησίας για μήνες έκτιζαν κάσες και μάζευαν τις εικόνες και ότι στο χωριό μάζευαν λεφτά, λίγα από τις χήρες, πολλά από εκείνους που ήταν ευκατάστατοι για να νοικιάσουν μουλάρια και να φορτώσουν της εκκλησίας τα πράγματα». 

   Από τον έρανο συγκεντρώθηκε το ποσό των 12.096 γροσίων ενώ όλα τα ιερά κειμήλια συσκευάσθηκαν σε 21 ξύλινα κιβώτια.
   Φορτώθηκαν σε μουλάρια και προωθήθηκαν στη Νικόπολη απ' όπου πλέον οργανωμένα μαζί με ομοεθνείς από τη Νικόπολη και από άλλα χωριά της περιφέρειας, συνοδεία εμπίστων Τούρκων τζανταρμάδων (αστυνομικών) και κάτω από κατακλυσμιαίες βροχές μετά από πενθήμερη πορεία φθάνουν στην Κερασούντα.

 Εικ. 31. Λεπτομέρεια του τέμπλου του Αγίου Γεωργίου


Εικ. 32.Το τέμπλο του Αγίου Γεωργίου της Λίτσασας,
βρίσκεται σήμερα μαζί με τον επιτάφιο και πολλές εικόνες
στον ιερό ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στις Σάπες.


Εικ. 33. Χάρτης του Πόντου, με την κόκκινη γραμμή φαίνεται
η διαδρομή που ακολούθησαν οι πρόγονοί μας. 


   Εκεί παραμένουν 49 ημέρες (ο Αλέξανδρος γράφει ότι παρέμειναν τρεις μήνες) ώσπου καταφθάνει στο λιμάνι της Κερασούντας το ατμόπλοιο «Αρχιπέλαγος» με το οποίο αναχωρεί για την Ελλάδα η τελευταία αποστολή ανταλλαξίμων. (http://oisapes.mysch.gr/topos/teblo.html)

   Ήταν 15 Αυγούστου 1924, ανήμερα της Παναγίας, όταν σάλπαρε το ατμόπλοιο. Ήταν η τρίτη και μεγαλύτερη μεταφορά προσφύγων από τη Γαράσαρη. 
      Στα αμπάρια και στο κατάστρωμα οι ξεριζωμένοι Νικοπολίτες, Ασαρτζουγότες, Λιτσασινοί, Καταχωρέτες, Καϊλικότες, Παλτσανότες, Κορατσινοί, Καλτσασινοί, Λαπότες, Χατζηκιότες, Εσκιουνότες, Καρακεβεζιτινοί, Σουπαχλήδες και λοιποί Γαρασαρέτες. 
   Έξι μερόνυχτα ταξίδι και την Παρασκευή 22 Αυγούστου 1924, γράφει η εφημερίδα «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης:
   «Αποβιβασθέντες εν Μίκρα ήρξαντο τελούντες 14ήμερον κάθαρσιν οι αφιχθέντες διά του «Αρχιπελάγους» 3.700 πρόσφυγες εκ Κερασούντος. Μετά την κάθαρσίν των θα μεταφερθώσιν εν Χαρμάνκιοϊ. 
   Εν τω μεταξύ αναμένονται διά τριών ατμοπλοίων εκ Πειραιώς 4.500 πρόσφυγες, μετά δεκαήμερον δε εκ Πόντου ο «Έυξεινος» και εν άλλο ατμόπλοιον, αμφότερα πλήρη προσφύγων. Οι υπολειφθησόμενοι μετ’ αυτών εν Πόντω πρόσφυγες, θα ανέρχωνται εις 8 χιλιάδας περίπου». (http://garasari.blogspot.gr/2013_01_01_archive.html)

 Απόκομμα από την εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 22/8/1924


   Στο Χαρμάν-κιοϊ παρέμειναν γύρω στις 40 ημέρες. Από εκεί μεταφέρονται με τρένο μέχρι το σταθμό της Μέστης - Έβρου και στη συνέχεια με βοϊδάμαξες στο χωριό Κασσιτερά (Καλαϊτζή ντερέ) – Ροδόπης. (http://oisapes.mysch.gr/topos/teblo.html)

 Εικ. 35. Η διαδρομή Λίτσασα – Κασσιτερά


   Ταλαιπωρημένοι, ρακένδυτοι και εξαθλιωμένοι, αλλά με κουράγιο και υπομονή και κυρίως με την χάρη του Θεού μπόρεσαν να επιβιώσουν και να προκόψουν στο νέο τους τόπο. Το όνομα του χωριού οφείλεται στα κοιτάσματα κασσίτερου που υπήρχαν πλούσια στην περιοχή αυτή. 
   Στο νέο τους χωρίον, που βρίσκεται σκαρφαλωμένο στα 330 μέτρα, ο πατήρ Ιωάννης διακονεί στον ναό του αγίου Δημητρίου, ο οποίος σύμφωνα με τις δυο επιτόπιες χρονολογικές επιγραφές οικοδομήθηκε το 1858. (Ο ναός αυτός κτίστηκε με την πρωτοβουλία μοναχών, κατά την περίοδο 1855 - 1875  με δαπάνες που προέρχονταν κυρίως από τον Τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο το Β' (1855 – 1881). Ανατολικά του ναού και σε μικρή απόσταση υπήρχαν τα ερείπια ενός παλιότερου ναού, του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος δε σώζεται σήμερα. Πηγή: http://dim-sapon.rod.sch.gr/palia/topos/oikismoi/kasitera.htm)

   Στις 30 Ιανουαρίου του σωτήριου έτους 1930, ο πατήρ Ιωάννης, άφησε την τελευταία του πνοή σ’αυτόν τον μάταιο κόσμο και αναπαύονταν στο χώρο ανατολικά, έξωθεν του ιερού, προσδοκώντας την ανάσταση των νεκρών. Εξήντα ή εβδομήντα χρόνια αργότερα, τα οστά του μεταφέρθηκαν στο χώρο όπου βρίσκονται και σήμερα, λόγω εργασιών στο ναό.
   Το χέρι του, το Ευαγγέλιο και το επιτραχήλιον δεν υπέστησαν φθορά…

 Εικ. 36.  Ο Άγιος Δημήτριος Κασσιτερών πριν την ανακαίνιση του


Εικ. 37. Ο Άγιος Δημήτριος Κασσιτερών, ανακαινισμένος


 Εικ. 38. Κάτοικοι του χωριού Κασσιτερά το 1926,
έξω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.
Στο κέντρο διακρίνεται ο πρώτος ιερέας του χωριού Παπα –Ιωάννης Ουρεϊλίδης.


 Εικ. 39. Λεπτομέρεια από την προηγούμενη φωτογραφία
(στο κέντρο ο πατήρ Ιωάννης)




Αντί επιλόγου

Τραγουδάει ο Στάθης Νικολαϊδης με τη μικρότερη κόρη του, Γεσθημανή,

Πατέρα εξέρτς πόσον πολλά εσέναν αγαπώ σε
(πατέρα ξέρεις πολύ σε αγαπάω)

ο Πόντον ντο εν για τ΄εμάς, θέλω να ερωτώ σε
(ο Πόντος τι είναι για μας, θέλω να σε ρωτήσω)

Τρώγω την ψη σ΄ Γεσθημανή τέσόν και ντο ρωτάς με
(να χαρώ εγώ Γεσθημανή κι αυτό που με ρωτάς)

Κλαδόπο μ΄ντο να λέγω σε, η γλώσσα μ' έδελάστεν
(κλαδάκι μου, τι να σου λέω, η γλώσσα μου μπερδεύτηκε)

Μικρίκον είσαι κόρτσοπον, τρανόν η απορία σ΄
(μικρούλα είσαι κορίτσι μου, αλλά μεγάλη η απορία σου)

Φοβούμαι για ματόν ατό, αρνόπο μ΄την καρδία σ΄
(φοβάμαι ότι μ΄αυτά, θα ματώσει η καρδιά σου αρνί μου)

Πατέρα δωσ΄την απαντή κι ας είμαι εγώ μικρέσσα
(Πατέρα δώσε μου την απάντηση κι ας είμαι μικρούλα)

Για να λαφρυν το καρδοπο σ΄. εμεν γιατί κι λες ατ΄
(γιατί δεν μου τα λες, να ελαφρυνθεί η καρδιά σου;)

Τρία χιλιάδες χρόνοπα, έζηνεν έναν έθνος
(Τρείς χιλιάδες χρόνια έζησε ένα έθνος)

Κι άτό πώς εξερίζωσαν κι έχω στην κάρδεα΄μ πένθος
(και πώς το ξερίζωσαν και έχω στην καρδιά μου πένθος)

Δάκρεα και αίματα σην γην, μωρόπα σκοτωμένα
(δάκρυα και αίματα στη γη, μωρά σκοτωμένα)

και σα παπόρεα πρόσφυγες, μουράτεα φορτωμένα
(και στα βαπόρια πρόσφυγες, βάσανα φορτωμένα)

Γιατί πατέρα τραγωδείς εσύ πάντα με πόνον;
(γιατί πατέρα τραγουδάς εσύ πάντα με πόνο;)

Και η καρδία σ΄λες πονεί, όταν αγγεύς τον Πόντο
(και η καρδιά σου λες ότι πονάει, όταν σκέφτεσαι τον Πόντο)

Τραγωδώ να μη αποθαν, απές ημ η ελπίδα
(τραγουδάω για να μην πεθάνει μέσα μου η ελπίδα)

γιατί ο Πόντον έτονε τ'εμέτερον πατρίδα
(γιατί ο Πόντος ήταν η δική μας πατρίδα)

Ποτέ πατέρα μ΄να μην κλαις, σ'α ψόπα μουν κι εθάφτε
(ποτέ πατέρα να μην κλαις, στην ψυχή μου δεν θάφτηκε)

εναν ημέραν ξαν τ' ελεπς εσύ τους Αργοναύτες
(μια μέρα θα ξαναδείς εσύ τους Αργοναύτες)


 Ο πρώτος σταυρός στο μνήμα του παπά-Γιάννη,
στα Κασσιτερά Ροδόπης.



Εικόνες

   Οι φωτογραφίες από το μπλογκ της Γαράσαρης, χωρίς αρίθμηση, είναι παρμένες από το http://garasari.blogspot.gr/

4. Από τό διαδίκτυο.
6. http://www.kotsari.com/2011-03-24-19-40-58. 
11. http://oisapes.mysch.gr/
13. Από το «Ημερολόγιο 2006», του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποντίων Σαπών ‘‘ΤΑ ΚΑΣΣΙΤΕΡΑ’’.
14. http://oisapes.mysch.gr/topos/teblo.html
16. http://kars1918.files.wordpress.com/2013/05/harput.jpg
18. Από το «Ημερολόγιο 2006», του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποντίων Σαπών ‘‘ΤΑ ΚΑΣΣΙΤΕΡΑ’’.
26. Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΙΔΕΙΑ/ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ Α.Ε.
30-33. Από το «Ημερολόγιο 2006», του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποντίων Σαπών ‘‘ΤΑ ΚΑΣΣΙΤΕΡΑ’’.
35.  Από το «Ημερολόγιο 2006», του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποντίων Σαπών ‘‘ΤΑ ΚΑΣΣΙΤΕΡΑ’’.
38-39. Από το «Ημερολόγιο 2006», του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποντίων Σαπών ‘‘ΤΑ ΚΑΣΣΙΤΕΡΑ’’.


Ευχαριστίες 

   Ευχαριστώ κατ’αρχάς και εκ βάθους καρδίας, τον Θεό, που γεννήθηκα άνθρωπος και αναγεννήθηκα στήν Ορθόδοξη κολυμβήθρα. Τον ευχαριστώ για τους προγόνους μου και τις πολλές ευλογίες που μας χάρισε.
   Ευχαριστώ θερμά τον Χαλίμ και τον Νικόλαο, που βοήθησαν στη μετάφραση των τουρκικών προτάσεων.
   Ευχαριστώ από βάθους καρδίας τον γνήσιο τραντέλληνα Νικόλαο Πετρίδη, τον οποίο ο πανάγαθος Θεός έχει προικίσει ποικιλοτρόπως, για την πολύτιμη συμβολή του στην παρούσα  εργασία!
   Ευχαριστώ όλους αυτούς που βοήθησαν στην εργασία, είτε δίνοντας ευλογία ή άδεια να συμπεριληφθούν κάποια στοιχεία είτε με φωτογραφίες.




Τμήμα του αυτόγραφου κειμένου



 Ο Αλέξανδρος Ουρεϊλίδης, πρόσφυγας στα Κασσιτερά Ροδόπης,
με το φίλο του Καραγκιοζίδη.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου