Η οικογένειά του από τα Σούρμενα της Τραπεζούντας έφυγε
για το Βατούμι της Ατζαρίας,
μετά στο Σοχούμι της Αμπχαζίας και τελικά στο Λαζαρέβσκοε
του Σότσι, στη νότια Ρωσία.
Εκεί γεννήθηκε το 1923 ο κυρ-Αναστάσης Σεϊταρίδης.
Πολέμησε με τον Κόκκινο Στρατό στο Β’ ΠΠ, παρασημοφορήθηκε και λίγα χρόνια
μετά, το 1949, εξορίστηκε μαζί με την οικογένειά του και χιλιάδες ακόμα Έλληνες
στην κεντρική Ασία, στις στέπες του Καζαχστάν.
Μετά από δέκα χρόνια εξορίας και
το θάνατο του Στάλιν,
ο Χρουστσώφ δίνει την άδεια στους εξόριστους να πάνε όπου
θέλουν.
Ο κυρ-Αναστάσης γυρίζει στο χωριό του στο Σότσι και αρχίζει μια νέα
ζωή.
Ο κεμανές είναι ο αχώριστος σύντροφός του και είναι από τους πολύ λίγους
εναπομείναντες
παραδοσιακούς δεξιοτέχνες αυτού του οργάνου.
Το 1991 πήρε την απόφαση να έρθει
στην Ελλάδα.
«Ας πάμε σην Ελλάδαν, σ’εμέτερον το έθνος. Για την πατρίδαν έρθαμε».
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ιστορήματα της Κατοχής και των
πρώτων μετακατοχικών χρόνων» του Νικολάου Εμμανουηλίδη. Ο συγγραφέας είναι ένα
από τα επτά παιδιά του δάσκαλου Χρήστου Εμμανουηλίδη, που ήρθε πρόσφυγας από το
Ασαρτζούχ Νικοπόλεως στα Κύργια Δράμας).
Το σπίτι καμένο,
όλα ρημαδιό με την πυρπόληση του χωριού από τους Βουλγάρους, όταν κατεβήκαμε
από το βουνό. Μια γελάδα, ο γάιδαρος, λίγα πουλερικά, μόνη περιουσία για
δεκαμελή οικογένεια…
Είδη κρυμμένα στο
υπόγειο πήραν φωτιά λίγο μετά, από αναθυμιάσεις, και μαζί τους κάηκε η κρυφή
ελπίδα! Σώθηκε μόνο η ραπτομηχανή της μητέρας να ράβει τα ρουχαλάκια των
παιδιών. Σώθηκαν και κάποια βιβλία στην κόχη ενός τοίχου προφυλαγμένα με
λαμαρίνες -πρόνοια του πατέρα- για τη μελλοντική μόρφωση των παιδιών.
«Και δεν πρέπει ΠΟΤΕ ΠΙΑ να εμπιστευτούν οι νέοι τους
αυτοσχέδιους ή και τους σπουδαγμένους χορογράφους που κάθονται και στήνουν
συγκροτήματα μπαλέτου, τυποποιώντας και γενικεύοντας κάποιες εκτελέσεις που
βρήκαν όπου έφτασαν και όπου μπόρεσαν, χωρίς υποδομή μελέτης της κοινωνίας, της
ιστορίας και της παράδοσης. Και να δημιουργούν χορευτικά δρώμενα πλαστά, που
αποτελούν «θέαμα» για όσους δεν ξέρουν και δεν ψάχνουν να καταλάβουν».
Σα παλαιά χρόνια, ασ’ το κι είχαμε δικαστήρια στα
μέρη μας και Δεσποτάδες ακόμαν, τα μέρη μουν εκυβέρναν οι τερέ–μπέηδες Τούρκοι.
Ένας αείκος τερέ–μπέης σ’ εμέτρα τα μέρη έτουν ο Πεκτές–μπέης, από το Νορσούν
μαχαλεσή τ’ Αγουτμουσή. Ατός έτον πολλά αφωρισμένος, σε κάθε χωρίον είσεν και
τ’ ανθρώπ’ς ατ.
Ση Τρουπτζή είσεν έναν από τη Ποπαδάντων που έλεγαν ατόν
Νικήτα.
Ο λυκοπάππο’μ ο Μανόλης Τζανός-Πετρίδης, ο Χουπέρης, ας’τ’ Ασαρτζούγου τη Γαρέσαρης. Του είπαν ότι πρέπει να φύγει από το σπίτι του, από το μύλο του, ν’ αφήσει πίσω χτήνια και ταφία, ν’ ανηφορίσει το Εϊρηπέλιν, με τα ρούχα του, τα παιδιά και τη γαρήν’ατ. Ασό Τάμτερε σο Γουρούχ κι ασό Γουρούχ σο Τέρελιν κι επ’έκει σην Κερασούντα. Δύο μήνας μουχατσίρης και μετά το παπόρ το "Αρχιπέλαγος" και η Πόλη και το Καράπουρνου. Κι επ’έκει σο Μούρατλι και σο Πατέμ, για πάντα μουχατσίρης.