Νικόπολις - Γαράσαρη - Sebinkarahisar - Susehri.

Σας κάνουν ..κλικ; Καλώς ήρθατε!

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Τ’ ομμάτιασμα στη Γαράσαρη


Πρωτογενής καταγραφή για το Λαογραφικό Φροντιστήριο 
της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. 
Έτος καταγραφής 1968. Καταγραφέας: Ιωακειμίδου Αικατερίνη. 
Πληροφοριοδότης: Κοσμίδου Παρασκευή από το Καταχώρ Νικοπόλεως, 
ετών 78, έτος γεννήσεως 1890, κάτοικος Αμυγδαλεώνα Καβάλας.


   Για να μη ματιάζουν τα μωρά κρεμάμε απάνω τους τ’ ομματοξίνυχον, μια χρωματιστή πράσινη χάντρα ή χάντρα με ζωγραφισμένο ένα μάτι επάνω ή μικρό πέταλο. Αυτά τα κρεμάν σε μια αλυσίδα μαζί μ’ ένα μικρό σταυρό και τα βάζουν στο κρεβάτι του μωρού ή τα κάνουν μικρό βραχιολάκι και τα κρεμάν στο χέρι του παιδιού για να βλέπουν αυτά και όχι το παιδί και έτσι να μη ματιάζεται.
   Έβαζαν μαζί με τα μπιχλιμπίδια και σκόρδο γιατί πιστεύουν ότι διώχνει το μάτιασμα ή μουτζούρωναν με καπνιά ή μελάνι το μέτωπο του παιδιού, να μην είναι όμορφο και το πιάνει το κακό μάτι.
   Για τα μεγάλα παιδιά έχουν εγκόλπιον, μια ασημένια πλάκα και την κρεμούν από ασημένια αλυσίδα στο λαιμό.
   Έτσι φυλάγονταν απ΄ τ’ ομμάτιασμα.

   Αν κάποιος είναι άρρωστος και νομίζουν πως είναι ματιασμένος φωνάζουν το γητευτή να ξεματιάσει το ματιασμένο. Ο γητευτής έλεγε μια προσευχή μουρμουριστά και σταύρωνε το ματιασμένο με τρία σπυριά αλάτι. Αν χασμουριόταν αυτό σήμαινε πως ήταν ματιασμένος ο άρρωστος. Απ’ το πολύ ή το λίγο χασμουρητό καταλάβαινε αν ήταν πολύ για λίγο ματιασμένος. Άμα δε χασμουριόταν ο γητευτής, αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν ματιασμένος ο άρρωστος.
   Για να μάθει κανείς να γητεύει έπρεπε να ξέρει την προσευχή και να έχει μυηθεί. Τα λόγια του γήτεμαν πρέπει να τα μαθαίνει άνδρας από γυναίκα ή γυναίκα από άνδρα. Όποιος δεν ξέρει τον ξορκισμόν και κάνει μόνο ό,τι βλέπει που κάνουν οι γητευτές, αυτός δεν είναι γητευτής αλλά απατεώνας.
   Στην προσευχή παρακαλούσε τον Άγιο Δημήτρη και τον Άγιο Νικόλα να διώξουν το μάτιασμα από τον άρρωστο.
   Και ζώα άμα ήσαν ματιασμένα, τα ξεμάτιαζαν έτσι.

   Κι αλλιώς μπορούσαν να ξεματιάζουν. Έριχναν μέσα σ’ ένα μαστραπά, πάνω από το κεφάλι του ματιασμένου τσιλίδα, δηλαδή αναμμένα κάρβουνα. Κάθε κάρβουνο που έριχναν έλεγαν και ένα όνομα κάποιου που είχε κακό μάτι. Όποιο κάρβουνο έπεφτε στον πάτο εκείνος είχε ματιάσει τον άρρωστο. Μετά έδιναν στο ματιασμένο να πιεί από το καρβονοζύμ’. Αυτό το έκαναν τρεις μέρες συνέχεια και έτσι ξεματιάζονταν.

   Αλλού πήγαινε ένα πρωτικάρ’ (πρωτότοκο παιδί) νηστικό στη βρύση και έφερνε νερό. Ύστερα μέσα σ’ ένα κόσκινο έβαζαν ένα μαχαίρι, σκεπάρνι, τσεκούρι, δρεπάνι, πριόνι, καρφί και σακοράφα και το κρατούσαν πάνω απ’ το ζώο για τον άνθρωπο το ματιασμένο και έριχναν το νερό που έφερε το παιδί από τη βρύση. Αυτό το έκαναν τρεις φορές, την ίδια ώρα κάθε μέρα, όπως την πρώτη φορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου